Διαλειμματική νηστεία: Νέα μελέτη δείχνει ότι δεν είναι τελικά όσο θαυματουργή νομίζουμε
Νέα έρευνα δείχνει ότι ο περιορισμός ωρών φαγητού χωρίς μείωση θερμίδων δεν φέρνει τα αναμενόμενα μεταβολικά οφέλη.
Η ιδέα ότι η διαλειμματική νηστεία από μόνη της μπορεί να βελτιώσει τον μεταβολισμό τίθεται υπό αμφισβήτηση. Σε μια νέα μελέτη, δημοσιευμένη στο περιοδικό Science Translational Medicine, επιστήμονες εξέτασαν αν ο περιορισμός του χρόνου λήψης τροφής χωρίς μείωση θερμίδων αρκεί. Το συμπέρασμα ήταν πιο σύνθετο από όσο πιστεύεται συνήθως. Παρότι στη μελέτη ακολουθήθηκαν συγκεκριμένα ωράρια φαγητού, δεν παρατηρήθηκαν μεταβολικές βελτιώσεις που συχνά αποδίδονται στη μέθοδο, κάτι που γεννά ερωτήματα για το τι πραγματικά κάνει τη διαφορά.
Πώς διεξήχθη η μελέτη
Όπως αναφέρεται στο Science Alert, η έρευνα επικεντρώθηκε σε γυναίκες με αυξημένο σωματικό βάρος, οι οποίες κλήθηκαν να δοκιμάσουν δύο διαφορετικά χρονικά παράθυρα κατανάλωσης φαγητού. Το κρίσιμο στοιχείο ήταν ότι δεν τους ζητήθηκε να αλλάξουν τι έτρωγαν ή πόσο. Έτρωγαν όπως συνήθως, απλώς μέσα σε συγκεκριμένες ώρες. Έτσι, οι ερευνητές μπόρεσαν να απομονώσουν τον ρόλο του χρόνου, χωρίς να συγχέεται με τη μείωση της πρόσληψης ενέργειας, που συχνά συνοδεύει τέτοιες δίαιτες στην πράξη.
Παρότι παρατηρήθηκε μια μικρή απώλεια βάρους, οι δείκτες που συνδέονται με την καρδιαγγειακή και μεταβολική υγεία παρέμειναν ουσιαστικά αμετάβλητοι. Τα επίπεδα σακχάρου στο αίμα, η αρτηριακή πίεση και η χοληστερόλη δεν έδειξαν βελτίωση. Αυτό έρχεται σε αντίθεση με παλαιότερες μελέτες, όπου η διαλειμματική νηστεία φαινόταν πιο ωφέλιμη. Οι ερευνητές υποστηρίζουν ότι τα οφέλη εκείνων των μελετών ίσως οφείλεται κυρίως στο ότι οι συμμετέχοντες έτρωγαν λιγότερο συνολικά.
Ο ρόλος της μείωσης των θερμίδων
Ένα βασικό εύρημα της έρευνας είναι ότι η μείωση των θερμίδων φαίνεται να παίζει πιο καθοριστικό ρόλο από το ίδιο το ωράριο. Όταν η συνολική ενεργειακή πρόσληψη δεν αλλάζει, ο οργανισμός δεν δείχνει να «ανταμείβεται» απλώς και μόνο επειδή το φαγητό συγκεντρώνεται σε μικρότερο χρονικό διάστημα. Αυτό δεν σημαίνει ότι η διαλειμματική νηστεία είναι άχρηστη, αλλά ότι τα αποτελέσματά της ίσως εξαρτώνται περισσότερο από το πόσο τρώμε και λιγότερο από το πότε.
Παρά την απουσία θεαματικών μεταβολικών αλλαγών, οι επιστήμονες εντόπισαν κάτι ενδιαφέρον: αλλαγές στο εσωτερικό βιολογικό ρολόι των συμμετεχουσών. Ο κιρκάδιος ρυθμός, που επηρεάζει μεταξύ άλλων τον ύπνο και την εγρήγορση, μετατοπίστηκε ανάλογα με το ωράριο φαγητού. Αυτό δείχνει ότι ο χρόνος των γευμάτων μπορεί να επηρεάζει τον οργανισμό έμμεσα, ακόμα κι αν δεν φαίνεται άμεσα στους κλασικούς δείκτες υγείας.
Το εύρημα αυτό συνδέεται με προηγούμενες ενδείξεις ότι το φαγητό αργά το βράδυ μπορεί να επιβαρύνει την υγεία. Το σώμα δεν λειτουργεί το ίδιο όλες τις ώρες, και οι επιλογές μας επηρεάζουν το πώς «ρυθμίζεται» καθημερινά. Οι ερευνητές τονίζουν ότι όποιος θέλει να βελτιώσει τον μεταβολισμό του δεν αρκεί να κοιτά το ρολόι, αλλά πρέπει να λαμβάνει σοβαρά υπόψη τη συνολική ενεργειακή ισορροπία της ημέρας.
Η μεταβολική υγεία αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν μιλάμε για αντίσταση στην ινσουλίνη και διαβήτη. Αν αποδειχθεί ότι το βασικό κλειδί είναι η μείωση θερμίδων και όχι απλώς ο χρονικός περιορισμός, αυτό μπορεί να επηρεάσει τον τρόπο με τον οποίο σχεδιάζονται οι διατροφικές οδηγίες για άτομα υψηλού κινδύνου. Οι ειδικοί επισημαίνουν ότι απλές συνταγές δεν υπάρχουν και ότι κάθε οργανισμός αντιδρά διαφορετικά στις ίδιες πρακτικές.
Τι θα δείξουν οι μελλοντικές έρευνες
Οι ερευνητές σκοπεύουν να συνεχίσουν τη μελέτη, εστιάζοντας σε σενάρια όπου οι θερμίδες μειώνονται πραγματικά. Σε τέτοιες περιπτώσεις, ο χρόνος των γευμάτων ίσως έχει πρόσθετη αξία. Προς το παρόν, το μήνυμα είναι σαφές: η διαλειμματική νηστεία δεν αποτελεί μαγική λύση. Χωρίς προσοχή στο τι και πόσο τρώμε, οι υποσχόμενες μεταβολικές βελτιώσεις μπορεί να μην έρθουν ποτέ.