Δύο αντικαρκινικά φάρμακα μπορούν να αντιστρέψουν το Αλτσχάιμερ
Δύο εγκεκριμένα φάρμακα για καρκίνο αναστρέφουν εγκεφαλικές βλάβες Αλτσχάιμερ σε ποντίκια και ανοίγουν δρόμο για νέες θεραπείες.
Επιστήμονες ανακάλυψαν ότι δύο υπάρχοντα φάρμακα μπορεί να αντιστρέψουν τις βλάβες του εγκεφάλου από την νόσο Αλτσχάιμερ σε ποντίκια. Η νέα μελέτη που δημοσιεύεται στο περιοδικό Cell επικεντρώθηκε σε δύο φάρμακα που σήμερα χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία καρκίνου: τη λετροζόλη, που χορηγείται σε καρκίνο του μαστού, και την ιρινοτεκάνη, που χρησιμοποιείται για καρκίνο του παχέος εντέρου και των πνευμόνων. Επειδή τα φάρμακα αυτά έχουν ήδη εγκριθεί από τις αρμόδιες αρχές στις ΗΠΑ, η διαδικασία για κλινικές δοκιμές σε ασθενείς με Αλτσχάιμερ μπορεί να ξεκινήσει νωρίτερα.
Όπως αναφέρεται στο Science Alert, η ομάδα των Αμερικανών ερευνητών ξεκίνησε αναλύοντας πώς η νόσος επηρεάζει τη γονιδιακή έκφραση στον εγκέφαλο. Στη συνέχεια χρησιμοποίησαν τη βάση δεδομένων Connectivity Map για να εντοπίσουν φάρμακα που θα μπορούσαν να αντιστρέψουν αυτές τις αλλαγές, ενώ παράλληλα εξέτασαν αρχεία ασθενών που είχαν λάβει τα φάρμακα ως μέρος της αντικαρκινικής τους θεραπείας. Τα στοιχεία έδειξαν ότι όσοι είχαν πάρει αυτά τα φάρμακα φαινόταν να έχουν μειωμένο κίνδυνο ανάπτυξης Αλτσχάιμερ.
Μείωση των πρωτεϊνών ταυ
Αφού ξεχώρισαν τη λετροζόλη και την ιρινοτεκάνη ως τα πιο υποσχόμενα φάρμακα, οι ερευνητές τα δοκίμασαν σε μοντέλα ποντικών με Αλτσχάιμερ. Ο συνδυασμός τους φάνηκε να αντιστρέφει κάποιες από τις εγκεφαλικές βλάβες που προκαλεί η νόσος. Οι βλαβερές συσσωρεύσεις πρωτεΐνης ταυ, που προκαλούν φθορά στον εγκέφαλο, μειώθηκαν σημαντικά, ενώ τα ποντίκια εμφάνισαν βελτιώσεις σε δοκιμασίες μάθησης και μνήμης, δύο ικανότητες που πλήττονται συχνά από το Αλτσχάιμερ.
Ο στόχος κάθε φαρμάκου
Ο συνδυασμός των δύο φαρμάκων επέτρεψε στους ερευνητές να στοχεύσουν διαφορετικούς τύπους εγκεφαλικών κυττάρων. Η λετροζόλη φάνηκε να επηρεάζει τους νευρώνες, ενώ η ιρινοτεκάνη έδρασε στις γλοιακές κυτταρικές δομές. Οι επιστήμονες εξηγούν ότι το Αλτσχάιμερ πιθανόν να οφείλεται σε πολυάριθμες αλλαγές σε πολλά γονίδια και πρωτεΐνες που, συνολικά, διαταράσσουν την υγεία του εγκεφάλου και αυτό καθιστά την ανάπτυξη φαρμάκων ιδιαίτερα δύσκολη, καθώς η παραδοσιακή προσέγγιση επικεντρώνεται σε ένα φάρμακο για ένα μόνο γονίδιο ή πρωτεΐνη.
Μετά τα επιτυχημένα πειράματα, το επόμενο βήμα είναι οι κλινικές δοκιμές σε ασθενείς με Αλτσχάιμερ. Η μέθοδος αυτή, μάλιστα, θεωρούν οι ερευνητές, μπορεί να οδηγήσει και σε πιο εξατομικευμένες και αποτελεσματικές θεραπείες, προσαρμοσμένες στις αλλαγές της γονιδιακής έκφρασης σε κάθε περίπτωση ξεχωριστά. Σήμερα, εκτιμάται ότι περισσότεροι από 55 εκατομμύρια άνθρωποι στον κόσμο πάσχουν από Αλτσχάιμερ, αριθμός που αναμένεται να διπλασιαστεί τα επόμενα 25 χρόνια λόγω γήρανσης του πληθυσμού. Η δυνατότητα πρόληψης ή ακόμη και αντιστροφής των συμπτωμάτων θα σήμαινε εξαιρετικά σημαντικό όφελος για την παγκόσμια υγεία.