Εξέταση αίματος «βλέπει» το Αλτσχάιμερ πολύ πριν εμφανιστούν τα συμπτώματα
Ένα απλό αιματολογικό τεστ εκτιμά πότε θα αρχίσουν τα πρώτα συμπτώματα άνοιας.
Μια απλή εξέταση αίματος ίσως σύντομα επιτρέπει στους γιατρούς να προβλέπουν πότε θα εκδηλωθούν τα πρώτα συμπτώματα της νόσου Αλτσχάιμερ, ακόμη και χρόνια πριν εμφανιστούν προβλήματα μνήμης. Ερευνητική ομάδα από το Washington University School of Medicine in St. Louis ανέπτυξε ένα μοντέλο που, με βάση έναν και μόνο βιοδείκτη στο αίμα, μπορεί να εκτιμήσει το χρονικό σημείο έναρξης της νόσου με αξιοσημείωτη ακρίβεια. Τα αποτελέσματα, που δημοσιεύθηκαν στο Nature Medicine, ενισχύουν την ελπίδα ότι η πρόληψη θα γίνει πιο στοχευμένη και αποτελεσματική.
Όπως αναφέρεται στο PsyPost, η νόσος Αλτσχάιμερ επηρεάζει εκατομμύρια ανθρώπους παγκοσμίως και επιβαρύνει σημαντικά τα συστήματα υγείας. Παρότι δεν υπάρχει ακόμη οριστική θεραπεία, η έγκαιρη ανίχνευση των βιολογικών αλλαγών που προηγούνται των συμπτωμάτων θεωρείται κρίσιμο βήμα για την καθυστέρηση ή ακόμη και την αποτροπή της κλινικής εκδήλωσης. Μέχρι σήμερα, η εκτίμηση του κινδύνου βασιζόταν κυρίως σε απεικονιστικές εξετάσεις εγκεφάλου ή σε ανάλυση εγκεφαλονωτιαίου υγρού — διαδικασίες ακριβές και όχι εύκολα προσβάσιμες για όλους.
Η πρωτεΐνη p-tau217
Η νέα προσέγγιση στηρίζεται στη μέτρηση μιας πρωτεΐνης που ονομάζεται p-tau217 στο πλάσμα του αίματος. Η συγκεκριμένη πρωτεΐνη συνδέεται στενά με τις δύο παθολογικές αλλοιώσεις που χαρακτηρίζουν τη νόσο: τη συσσώρευση των πρωτεϊνών αμυλοειδούς και tau στον εγκέφαλο. Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι τα επίπεδα της p-tau217 αυξάνονται με προβλέψιμο τρόπο με την πάροδο του χρόνου, λειτουργώντας σαν ένα «βιολογικό ρολόι» που μετρά την εξέλιξη της νόσου πριν αυτή γίνει κλινικά εμφανής.
Για να υπολογίσουν πόσος χρόνος μεσολαβεί από την άνοδο του δείκτη έως την εμφάνιση συμπτωμάτων, οι επιστήμονες ανέλυσαν δεδομένα από 603 ηλικιωμένους που ζούσαν αυτόνομα. Οι συμμετέχοντες προέρχονταν από δύο μεγάλες, μακροχρόνιες ερευνητικές πρωτοβουλίες: το Knight Alzheimer Disease Research Center και το Alzheimer’s Disease Neuroimaging Initiative. Η πολυετής παρακολούθηση των εθελοντών επέτρεψε τη σύγκριση των επιπέδων του βιοδείκτη με την πραγματική χρονική στιγμή εμφάνισης γνωστικών διαταραχών.
Τι έδειξαν τα αποτελέσματα
Όπως φαίνεται, το μοντέλο μπορούσε να προβλέψει την έναρξη των συμπτωμάτων με μέσο περιθώριο σφάλματος τριών έως τεσσάρων ετών. Για παράδειγμα, άτομα των οποίων τα επίπεδα p-tau217 αυξήθηκαν γύρω στα 60 έτη εμφάνισαν συμπτώματα περίπου δύο δεκαετίες αργότερα. Αντίθετα, όταν η αύξηση καταγραφόταν στην ηλικία των 80 ετών, τα συμπτώματα εκδηλώνονταν κατά μέσο όρο μέσα σε έντεκα χρόνια. Η ηλικία φαίνεται λοιπόν να επηρεάζει την «αντοχή» του εγκεφάλου στις παθολογικές αλλοιώσεις.
Ένα ακόμη σημαντικό εύρημα είναι ότι το μοντέλο διατήρησε την ακρίβειά του, ανεξάρτητα από το ποιο εμπορικό τεστ χρησιμοποιήθηκε για τη μέτρηση της p-tau217. Στην πρώτη ομάδα εφαρμόστηκε το PrecivityAD2, εξέταση που αναπτύχθηκε από την εταιρεία C2N Diagnostics, ενώ στη δεύτερη χρησιμοποιήθηκαν τεστ άλλων εταιρειών, συμπεριλαμβανομένου ενός που έχει λάβει έγκριση από τον Αμερικανικό Οργανισμό Τροφίμων και Φαρμάκων. Η συνέπεια των αποτελεσμάτων ενισχύει την αξιοπιστία της μεθόδου και τη δυνατότητα ευρύτερης εφαρμογής της.
Πώς μπορεί να αλλάξει τις κλινικές δοκιμές
Οι ερευνητές υπογραμμίζουν ότι προς το παρόν η εξέταση δεν προορίζεται για γενικό πληθυσμό χωρίς συμπτώματα, αλλά κυρίως για ερευνητική χρήση και κλινικές δοκιμές. Η μεγαλύτερη άμεση αξία της εντοπίζεται στην επιτάχυνση των μελετών πρόληψης: εάν οι επιστήμονες μπορούν να εντοπίσουν ποιοι άνθρωποι είναι πιθανό να εμφανίσουν συμπτώματα μέσα σε συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, τότε μπορούν να δοκιμάσουν πιο γρήγορα και στοχευμένα νέες θεραπείες.
Παράλληλα, η ομάδα δημοσιοποίησε τον κώδικα του μοντέλου και ανέπτυξε διαδικτυακό εργαλείο ώστε άλλοι ερευνητές να μπορούν να εξετάσουν και να βελτιώσουν την προσέγγιση. Στο μέλλον, η συνδυαστική αξιοποίηση και άλλων αιματολογικών βιοδεικτών ίσως αυξήσει ακόμη περισσότερο την ακρίβεια των προβλέψεων. Αν αυτό επιτευχθεί, η ιατρική κοινότητα θα έχει στα χέρια της ένα εργαλείο που δεν θα διαγιγνώσκει απλώς τη νόσο, αλλά θα επιτρέπει τον προγραμματισμό έγκαιρων παρεμβάσεων πριν χαθεί η μνήμη.