Τα τελευταία χρόνια, καθώς το κόστος αγοράς ακινήτων και άλλων υψηλής αξίας περιουσιακών στοιχείων αυξάνεται, εμφανίζονται νέες μορφές ιδιοκτησίας που επιτρέπουν σε περισσότερους ανθρώπους να συμμετέχουν σε επενδύσεις που παλαιότερα ήταν απρόσιτες.
Η απόκτηση μιας δεύτερης κατοικίας σε έναν δημοφιλή προορισμό συνδεόταν παραδοσιακά με υψηλό αρχικό κόστος, σημαντικά έξοδα συντήρησης και, συχνά, περιορισμένη αξιοποίηση μέσα στη διάρκεια του έτους. Πολλά εξοχικά σπίτια παραμένουν για μεγάλα διαστήματα κλειστά, την ώρα που οι ιδιοκτήτες εξακολουθούν να επιβαρύνονται με φόρους, λειτουργικά έξοδα και κόστος διαχείρισης. Σε αυτό το πλαίσιο, ένα εναλλακτικό μοντέλο ιδιοκτησίας αρχίζει να αναπτύσσεται διεθνώς και να προσελκύει ενδιαφέρον: η συνιδιοκτησία σε ακίνητα υψηλής αξίας.
Δύο από τα πιο διαδεδομένα μοντέλα είναι το co-ownership (συνιδιοκτησία) και το fractional ownership (κλασματική ιδιοκτησία), τα οποία κερδίζουν έδαφος ιδιαίτερα στον χώρο των ακινήτων και των πολυτελών περιουσιακών στοιχείων.
Η συνιδιοκτησία, ή co-ownership, είναι ένα μοντέλο στο οποίο δύο ή περισσότερα άτομα κατέχουν από κοινού ένα περιουσιακό στοιχείο. Κάθε συνιδιοκτήτης διαθέτει ένα συγκεκριμένο ποσοστό ιδιοκτησίας και αντίστοιχα δικαιώματα και υποχρεώσεις. Το μοντέλο αυτό είναι αρκετά συνηθισμένο στην αγορά ακινήτων, όπου φίλοι, συγγενείς ή επενδυτές αποφασίζουν να αγοράσουν μαζί ένα σπίτι ή ένα επενδυτικό ακίνητο, μοιράζοντας το κόστος αγοράς, τα έξοδα συντήρησης και τα πιθανά έσοδα από ενοικίαση.
Το fractional ownership αποτελεί μια πιο δομημένη μορφή συνιδιοκτησίας. Σε αυτή την περίπτωση, ένα περιουσιακό στοιχείο χωρίζεται σε μικρότερα μερίδια, τα οποία μπορούν να αγοραστούν από διαφορετικούς επενδυτές. Κάθε επενδυτής αποκτά ένα συγκεκριμένο ποσοστό του asset και, σε πολλές περιπτώσεις, δικαίωμα χρήσης ή συμμετοχή στα κέρδη που προκύπτουν από αυτό.
Το μοντέλο αυτό χρησιμοποιείται ευρέως σε αγορές υψηλής αξίας, όπως πολυτελή ακίνητα, ιδιωτικά αεροσκάφη ή σκάφη αναψυχής. Για παράδειγμα, μια πολυτελής εξοχική κατοικία μπορεί να χωριστεί σε οκτώ μερίδια, με κάθε επενδυτή να αγοράζει το ένα όγδοο της ιδιοκτησίας. Έτσι, το κόστος αγοράς και συντήρησης μειώνεται σημαντικά για κάθε συμμετέχοντα.
Το fractional ownership και το co-ownership θεωρούνται πλέον μέρος μιας ευρύτερης αλλαγής στον τρόπο που οι άνθρωποι επενδύουν σε περιουσιακά στοιχεία.
Πάνω από 8,5 δισ. δολάρια η παγκόσμια αγορά fractional ownership το 2025
Η παγκόσμια αγορά fractional ownership εκτιμάται ότι ξεπέρασε τα 8,5 δισ. δολάρια το 2025 και αναμένεται να αυξηθεί με ρυθμό περίπου 10% ετησίως έως το 2033. Η ανάπτυξη αυτή οφείλεται κυρίως στο υψηλό κόστος πλήρους ιδιοκτησίας, που ωθεί επενδυτές να μοιράζονται την αγορά ακριβών assets όπως ακίνητα, yachts ή ιδιωτικά αεροσκάφη, σύμφωνα με το htfmarketreport.
Στην Ευρώπη το μοντέλο αρχίζει επίσης να εμφανίζεται πιο έντονα, ιδιαίτερα στην αγορά εξοχικών κατοικιών.
Νέες εταιρείες co-ownership προσφέρουν τη δυνατότητα αγοράς μεριδίων σε πολυτελή ακίνητα σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες, επιτρέποντας σε περισσότερους αγοραστές να αποκτήσουν πρόσβαση σε ακριβά ακίνητα διακοπών.
Το μοντέλο αυτό εμφανίζεται ως εναλλακτική στην παραδοσιακή αγορά δεύτερης κατοικίας, ειδικά σε περιοχές με αυστηρούς κανονισμούς ή υψηλές τιμές.
Και στην Ελλάδα;
Στην Ελλάδα το μοντέλο βρίσκεται ακόμη σε πρώιμο στάδιο, αλλά υπάρχουν λόγοι που αρκετοί αναλυτές θεωρούν ότι μπορεί να αναπτυχθεί τα επόμενα χρόνια. Η χώρα μας θεωρείται από τις αγορές που παρουσιάζουν σημαντικές προοπτικές για την ανάπτυξη της συνιδιοκτησίας.
Σύμφωνα με το ΑΠΕ-ΜΠΕ, που επικαλείται στοιχεία από την παρουσίαση της Owners, η χώρα συνδυάζει ισχυρή διεθνή τουριστική ζήτηση, αυξανόμενο ενδιαφέρον για πολυτελείς εξοχικές κατοικίες και υψηλή ζήτηση από ξένους αγοραστές. Επίσης περιοχές υψηλής αξίας όπως η Αθηναϊκή Ριβιέρα και τα νησιά αποτελούν τους κύριους πόλους έλξης για τέτοιου είδους επενδύσεις, όπου η αξία των ακινήτων σημειώνει ανοδική πορεία.
Ξένες πλατφόρμες real estate επενδύσεων ήδη εξετάζουν αγορές της Νότιας Ευρώπης. Η Ελλάδα έχει ισχυρή ζήτηση για βραχυχρόνιες μισθώσεις και luxury properties. Για αυτούς τους λόγους, αρκετοί ειδικοί θεωρούν ότι το μοντέλο μπορεί να εμφανιστεί πιο συστηματικά και στην ελληνική αγορά, κυρίως σε τουριστικά ακίνητα και πολυτελείς κατοικίες.
Η τάση αυτή συνδέεται και με μια ευρύτερη αλλαγή στη νοοτροπία των επενδυτών: οι νεότερες γενιές δίνουν μεγαλύτερη σημασία στην πρόσβαση και τη διαφοροποίηση επενδύσεων, αντί στην πλήρη ιδιοκτησία ενός περιουσιακού στοιχείου, όπως φαίνεται μέσα από το lofty.ai.
Πλεονεκτήματα
Ένα από τα βασικά πλεονεκτήματα του fractional ownership είναι ότι επιτρέπει την πρόσβαση σε επενδύσεις που διαφορετικά θα απαιτούσαν πολύ υψηλό αρχικό κεφάλαιο. Οι επενδυτές μπορούν να συμμετέχουν στην αγορά ακινήτων ή άλλων assets χωρίς να χρειάζεται να αναλάβουν μόνοι τους το πλήρες οικονομικό βάρος. Παράλληλα, τα έξοδα λειτουργίας και συντήρησης μοιράζονται μεταξύ των ιδιοκτητών.
Επιπλέον, σε πολλές περιπτώσεις οι ιδιοκτήτες μπορούν να αποκομίσουν εισόδημα από την ενοικίαση του περιουσιακού στοιχείου ή από την πιθανή αύξηση της αξίας του στο μέλλον. Αυτό καθιστά το μοντέλο ελκυστικό τόσο για ιδιώτες όσο και για μικρούς επενδυτές που αναζητούν νέες μορφές διαφοροποίησης του χαρτοφυλακίου τους.
Ωστόσο, η συνιδιοκτησία δεν στερείται προκλήσεων. Η λήψη αποφάσεων μεταξύ πολλών ιδιοκτητών μπορεί να είναι πιο σύνθετη, ενώ συχνά απαιτούνται σαφείς νομικές συμφωνίες για τη διαχείριση του περιουσιακού στοιχείου, τη χρήση του και την πιθανή πώληση των μεριδίων.
Παρά τις προκλήσεις αυτές, η ανάπτυξη της τεχνολογίας και των ψηφιακών επενδυτικών πλατφορμών ενισχύει σημαντικά τη διάδοση του μοντέλου. Ειδικά στον τομέα των ακινήτων, νέες πλατφόρμες επιτρέπουν σε επενδυτές να αγοράζουν μερίδια σε ακίνητα εύκολα και ψηφιακά, καθιστώντας την αγορά πιο προσιτή και πιο ευέλικτη.
Καθώς οι αγορές εξελίσσονται και η έννοια της ιδιοκτησίας γίνεται πιο ευέλικτη, το co-ownership και το fractional ownership φαίνεται ότι θα αποτελέσουν σημαντικό μέρος του μέλλοντος των επενδύσεων και της διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων.