Ήταν Πρωτομαγιά του 1944, μια μέρα που αντί να γεμίσει από χρώματα της άνοιξης, βάφτηκε με αίμα. Στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής, στη σκιά του Υμηττού, 200 κρατούμενοι οδηγήθηκαν για εκτέλεση από τα ναζιστικά στρατεύματα, μετατρέποντας εκείνη την Πρωτομαγιά σε μια από τις πιο σκοτεινές σελίδες της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας.
Ποιοι ήταν οι 200
Οι 200 της Καισαριανής ήταν Έλληνες κομμουνιστές πολιτικοί κρατούμενοι που εκτελέστηκαν την Πρωτομαγιά του 1944 στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής από τις ναζιστικές δυνάμεις κατοχής, ως αντίποινα για δράση του ΕΛΑΣ. Οι περισσότεροι ανήκαν στο ΚΚΕ και στο ΕΑΜ, ενώ είχαν ήδη συλληφθεί και κρατηθεί από το δικτατορικό καθεστώς της 4ης Αυγούστου, το οποίο τους παρέδωσε αργότερα στους Γερμανούς.
Από το τέλος του 1936, το καθεστώς Μεταξά προχώρησε σε εκτεταμένες διώξεις πολιτικών αντιπάλων, κυρίως μελών και φίλων του ΚΚΕ, αξιοποιώντας το «Ιδιώνυμο» του Ελευθερίου Βενιζέλου. Από τον Φεβρουάριο του 1937, το καθεστώς συγκέντρωνε κομμουνιστές και άλλους αγωνιστές στην Ακροναυπλία, στις φυλακές της Κέρκυρας και σε μικρά νησιά του Αιγαίου. Το 1940, πριν τον ελληνοϊταλικό πόλεμο, αρνήθηκε να τους αποφυλακίσει ώστε να πολεμήσουν, απαιτώντας πρώτα δήλωση μετανοίας και αποκήρυξη του κομμουνισμού.
Μετά τη συνθηκολόγηση της Ελλάδας τον Απρίλιο του 1941, το μεταξικό καθεστώς παρέδωσε 600 Ακροναυπλιώτες κρατούμενους στους Γερμανούς. Από αυτούς, 200 μεταφέρθηκαν σε στρατόπεδα της Κατούνας, της Βόνιτσας, του Λαζαρέτου και της Κέρκυρας, ενώ άλλοι 300 οδηγήθηκαν στο στρατόπεδο Λάρισας–Τρικάλων. Εκεί, 54 από τους κρατούμενους εκτελέστηκαν ως αντίποινα στο Κούρνοβο, στις 6 Ιουνίου 1943.
Μετά τη συνθηκολόγηση των Ιταλών στις 8 Σεπτεμβρίου 1943, οι Γερμανοί μετέφεραν τους Ακροναυπλιώτες κρατούμενους από τη Λάρισα στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Χαϊδαρίου, όπου παρέμειναν μέχρι και την εκτέλεση των 200 την Πρωτομαγιά του 1944.
Η επιχείρηση του ΕΛΑΣ που κόστισε τη ζωή του Κρεχ και τα αντίποινα
Στις 27 Απριλίου 1944, μια διμοιρία του 8ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ, με επικεφαλής τον ανθυπολοχαγό του Ελληνικού Στρατού Μανώλη Σταθάκη, πραγματοποίησε επίθεση κοντά στους Μολάους Λακωνίας εναντίον του διοικητή της 41ης Μεραρχίας Οχυρών, του Γερμανού υποστράτηγου Φραντς Κρεχ, καθώς και της ένοπλης συνοδείας του. Η επίθεση είχε ως αποτέλεσμα τον θάνατο του Κρεχ και μελών της ομάδας που τον συνόδευε.
Μία ημέρα νωρίτερα, στην Κρήτη, είχε σημειωθεί η απαγωγή του Γερμανού υποστράτηγου Κράιπε από Βρετανούς κομάντο και Έλληνες αγωνιστές της Αντίστασης. Εκμεταλλευόμενο αυτό το γεγονός, το Γραφείο Στρατηγικών Υπηρεσιών, σε συνεργασία με το ΕΑΜ, διοχέτευσε σκόπιμα ψευδείς πληροφορίες για λόγους προπαγάνδας. Διέδωσαν ότι ο Κρεχ δήθεν εκτελέστηκε από τη Γκεστάπο ως αντιφρονών και δημοσιοποίησαν πλαστό γράμμα στο οποίο υποτίθεται ότι καλούσε Γερμανούς στρατιώτες να λιποτακτήσουν.
Λίγο μετά την επίθεση των ανταρτών, η «Καθημερινή» στις 30 Απριλίου του 1944 δημοσίευσε ανακοίνωση των κατοχικών δυνάμεων, που έλεγε τα εξής:
«Την 27ην Απριλίου 1944 κομμουνιστικαί συμμορίαι παρά τους Μολάους κατόπιν μιας εξ ενέδρας επιθέσεως εδολοφόνησαν ανάνδρως έναν Γερμανόν Στρατηγόν και τρεις συνοδούς του. Πολλοί Γερμανοί στρατιώται ετραυματίστησαν. Ως αντίποινα διατάχτηκε:
Ο τυφεκισμός 200 Κομμουνιστών την 1.5.1944. Ο τυφεκισμός όλων των ανδρών τους οποίους θα συναντήσουν τα γερμανικά στρατεύματα επί της οδού Μολάων προς Σπάρτην έξωθεν των χωρίων. Υπό την εντύπωσιν κακουργήματος τούτου Έλληνες εθελονταί εφόνευσαν αυτοβούλως 100 άλλους κομμουνιστάς.
Ο Στρατιωτικός Διοικητής Ελλάδος»
Η ανακοίνωση σε μορφή φυλλαδίου μοιράστηκε και από τις γερμανικές Αρχές Κατοχής.
Οι οργανώσεις του ΕΑΜ και η Κομματική Οργάνωση Αθηνών του ΚΚΕ κατέβαλαν προσπάθειες σε σωματειακό και φοιτητικό επίπεδο για να αποτρέψουν την εκτέλεση των κρατουμένων, ενώ εξετάστηκε ακόμη και το ενδεχόμενο ένοπλης παρέμβασης από τον ΕΛΑΣ, κάτι που τελικά δεν υλοποιήθηκε.
Σωματεία εξέδωσαν ψηφίσματα ζητώντας τη διάσωσή τους, συγγενείς συγκεντρώθηκαν στη Μητρόπολη ζητώντας βοήθεια, ενώ ο Αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός προσευχόταν στο διαμέρισμά του για την τύχη τους. Αργά το βράδυ, όταν βγήκε να μιλήσει στις απελπισμένες γυναίκες, τους είπε: «Δεν μπορώ να κάνω τίποτα και το μόνο που μου απομένει είναι να παρακαλώ τον Θεό».
Ο δρόμος προς την Καισαριανή
Στις 30 Απριλίου 1944 διαδόθηκε στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Χαϊδαρίου η πληροφορία ότι τα SS σχεδίαζαν να εκτελέσουν 200 κρατούμενους ως αντίποινα. Ο διοικητής Καρλ Φίσερ κάλεσε ορισμένους από τους επικεφαλής στα συνεργεία, όλους Ακροναυπλιώτες κομμουνιστές, και τους ζήτησε να υποδείξουν ποιοι μη κρατούμενοι από την εποχή του καθεστώτος Μεταξά θα μπορούσαν να τους αντικαταστήσουν, αφού τους ενημέρωσε ότι οι ίδιοι θα μεταφέρονταν την επομένη σε άλλο στρατόπεδο.
Παράλληλα, διέταξε τους κρατούμενους από τη Χαλκίδα να παραλάβουν τα προσωπικά τους αντικείμενα και να βρίσκονται μπροστά στα μαγειρεία την επομένη το πρωί για να μεταφερθούν και αυτοί αλλού. Εξαιτίας της φήμης για τη μαζική εκτέλεση, όλοι όσοι μίλησαν με τον Φίσερ πίστεψαν ότι η δική τους ώρα είχε φτάσει. Έτσι, οι Ακροναυπλιώτες έσπευσαν να αποχαιρετήσουν όσους περισσότερους συντρόφους τους μπορούσαν.
Στη συνέχεια συγκεντρώθηκαν στον θάλαμο 1 του Μπλοκ 3, όπου, με τη συνοδεία δύο κιθάρων και ενός βιολιού, οργανώθηκε ένα τελευταίο αποχαιρετιστήριο γλέντι. Την επόμενη μέρα, πριν από το προσκλητήριο, οι Χαλκιδαίοι μαζεύτηκαν και επιβιβάστηκαν σε φορτηγά που τους απομάκρυναν από το στρατόπεδο. Μετά το πρωινό συσσίτιο, ο Φίσερ διέταξε γενικό προσκλητήριο και διάβασε μια λίστα διακοσίων ονομάτων. Αυτοί ήταν οι κρατούμενοι που θα οδηγούνταν στην εκτέλεση, ως αντίποινα για τη δολοφονία του Γερμανού στρατηγού. Στους 200 περιλαμβάνονταν όλοι οι Ακροναυπλιώτες, πλην 16, οι Αναφιώτες και ορισμένοι ακόμη κρατούμενοι.
Η εκτέλεση στο Σκοπευτήριο
Με το πρώτο φως της 1ης Μαΐου 1944, οι κρατούμενοι συγκεντρώθηκαν μπροστά στα μαγειρεία, όπου, πριν τους ανεβάσουν στα φορτηγά, άρχισαν να τραγουδούν τον Εθνικό ύμνο, το τραγούδι της Ακροναυπλίας και τον σκοπό του δημοτικού τραγουδιού Σουλιώτισσες του Χορού του Ζαλόγγου, αιφνιδιάζοντας τους Γερμανούς φρουρούς που δεν μπόρεσαν να αντιδράσουν.
Οι 200 του Χαϊδαρίου οδηγήθηκαν στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής και εκτελέστηκαν σε ομάδες των είκοσι, από πολυβολεία. Οι σοροί τους μεταφέρθηκαν αργότερα στο Τρίτο Νεκροταφείο Αθηνών, όπου θάφτηκαν σε ξεχωριστούς τάφους. Ανάμεσα στους εκτελεσμένους ήταν ο Μικρασιάτης Ναπολέων Σουκατζίδης, που υπηρετούσε και ως διερμηνέας, και ο Αντώνης Βαρθολομαίος, στελέχη του ΚΚΕ και στρατοπεδάρχες, οι οποίοι ξεχώρισαν για την αυτοθυσία τους, καθώς αρνήθηκαν την πρόταση του Φίσερ να σωθούν αν εκτελεστεί άλλος στη θέση τους. Στους νεκρούς συγκαταλέγονταν επίσης ο πρώην βουλευτής του ΚΚΕ Στέλιος Σκλάβαινας, αλλά και οι κομμουνιστές δημοτικοί σύμβουλοι της Καβάλας, ο Παρασκευάς Μακέδος και ο Νίκος Νεγρεπόντης.
Ταξίδι στον χρόνο: Φωτογραφικά ντοκουμέντα των 200 σε δημοπρασία στο eBay
Στις αρχές του 2026, δώδεκα φωτογραφίες που αποδίδονται στην εκτέλεση των 200 της Καισαριανής εμφανίστηκαν σε διαδικτυακή δημοπρασία στο eBay από Βέλγο συλλέκτη. Σύμφωνα με τον ίδιο, το υλικό προέρχεται από τη συλλογή Γερμανού λοχία που υπηρετούσε στην Ελλάδα την περίοδο της Κατοχής. Οι εικόνες καταγράφουν τους κρατούμενους από τη μεταφορά τους μέχρι τη στιγμή της εκτέλεσης.
Το υλικό προκάλεσε άμεσο ενδιαφέρον και κινητοποίηση των ελληνικών αρχών, με το Υπουργείο Πολιτισμού να προχωρά σε διαδικασίες για την απόκτησή του και την αναγνώρισή του ως ιστορικού τεκμηρίου. Ειδικοί που εξέτασαν τη συλλογή στη Γάνδη επιβεβαίωσαν την αυθεντικότητά της, ενώ παράλληλα ξεκίνησε προσπάθεια καταγραφής και ταυτοποίησης των προσώπων που απεικονίζονται.