Κάνε βάρη και όχι αερόβια για να μην πάθεις κατάθλιψη, λένε τώρα οι επιστήμονες
Νέα μελέτη δείχνει ότι η άσκηση με αντιστάσεις και όχι η αερόβια μειώνει τον κίνδυνο κατάθλιψης.
Η σωματική άσκηση είναι σύμμαχος της ψυχική υγεία, κάτι που έχουν δείξει πολλές μελέτες. Ωστόσο, μια νέα έρχεται να ξεκαθαρίσει κάτι πιο συγκεκριμένο: δεν έχουν όλα τα είδη άσκησης την ίδια επίδραση στον κίνδυνο κατάθλιψης. Σύμφωνα με ερευνητές του University College London, η μυϊκή δύναμη –και όχι απαραίτητα η αερόβια αντοχή– φαίνεται να συνδέεται πιο άμεσα με χαμηλότερα επίπεδα κατάθλιψης, ιδιαίτερα στις γυναίκες. Το εύρημα αυτό ανοίγει τον δρόμο για πιο στοχευμένες παρεμβάσεις στην πρόληψη και αντιμετώπιση της διαταραχής.
Η κατάθλιψη είναι μια σύνθετη κατάσταση, με συμπτώματα που διαφέρουν σημαντικά από άτομο σε άτομο. Από τη θλίψη και την απώλεια ενδιαφέροντος μέχρι την κόπωση και τις δυσκολίες συγκέντρωσης, η εικόνα δεν είναι ποτέ ίδια. Γι’ αυτό και οι επιστήμονες προσπαθούν να κατανοήσουν όχι μόνο αν η άσκηση βοηθά, αλλά και με ποιον τρόπο επηρεάζει συγκεκριμένα συμπτώματα. Μέχρι σήμερα, τόσο η καρδιοαναπνευστική αντοχή όσο και η μυϊκή δύναμη είχαν συνδεθεί με καλύτερη ψυχική υγεία, χωρίς όμως να είναι σαφές ποιος παράγοντας παίζει τον καθοριστικό ρόλο.
Δύναμη ή αντοχή; Το κρίσιμο ερώτημα
Για να απαντήσουν σε αυτό το ερώτημα, οι ερευνητές ανέλυσαν δεδομένα από περισσότερους από 340.000 ενήλικες ηλικίας 37 έως 73 ετών, αξιοποιώντας τη βάση UK Biobank. Αντί να βασιστούν σε απλές παρατηρήσεις, βασίστηκαν σε μια πιο εξελιγμένη μέθοδο που εξετάζει γενετικούς δείκτες, ώστε να προσεγγίσουν καλύτερα τη σχέση αιτίου-αποτελέσματος. Με αυτόν τον τρόπο, προσπάθησαν να ξεπεράσουν ένα βασικό πρόβλημα των προηγούμενων μελετών: το ενδεχόμενο η κατάθλιψη να οδηγεί σε λιγότερη άσκηση, και όχι το αντίστροφο.
Η μυϊκή δύναμη εκτιμήθηκε μέσω της δύναμης λαβής (hand grip strength), μίας μεθόδου που χρησιμοποιείται συχνά ως δείκτης συνολικής μυϊκής κατάστασης. Από την άλλη πλευρά, η καρδιοαναπνευστική αντοχή συνδέθηκε με γενετικούς δείκτες που σχετίζονται με την ικανότητα του οργανισμού να χρησιμοποιεί οξυγόνο κατά τη διάρκεια της άσκησης. Παράλληλα, οι επιστήμονες αξιολόγησαν τόσο τη συνολική εικόνα της κατάθλιψης όσο και επιμέρους συμπτώματα, όπως την απώλεια ευχαρίστησης, τις αλλαγές στην όρεξη και τα προβλήματα συγκέντρωσης.
Τα αποτελέσματα που αλλάζουν την εικόνα
Τα ευρήματα ήταν απρόσμενα. Δεν βρέθηκε καμία σαφής σύνδεση μεταξύ καρδιοαναπνευστικής αντοχής και κατάθλιψης, κάτι που έρχεται σε αντίθεση με τη συχνή σύσταση για αερόβια άσκηση ως μέσο βελτίωσης της ψυχικής υγείας. Αντίθετα, η μυϊκή δύναμη φάνηκε να έχει σημαντική επίδραση.
Συγκεκριμένα, ακόμη και μικρή αύξηση στη δύναμη –αναλογικά με το σωματικό βάρος– συνδέθηκε με χαμηλότερο κίνδυνο κατάθλιψης. Παράλληλα, οι συμμετέχοντες με μεγαλύτερη δύναμη είχαν μικρότερη πιθανότητα να εμφανίσουν βασικά συμπτώματα, όπως απώλεια ενδιαφέροντος (ανηδονία), αλλαγές στην όρεξη, κόπωση και δυσκολίες συγκέντρωσης. Πρόκειται για συμπτώματα που επηρεάζουν άμεσα την καθημερινότητα και την ποιότητα ζωής.
Γιατί η μυϊκή δύναμη παίζει ρόλο
Οι επιστήμονες προτείνουν δύο βασικές εξηγήσεις. Από τη μία, η μειωμένη μυϊκή δύναμη μπορεί να περιορίσει την αυτονομία ενός ατόμου, κάνοντας ακόμη και απλές καθημερινές δραστηριότητες πιο δύσκολες. Αυτή η απώλεια ανεξαρτησίας συνδέεται συχνά με αυξημένο ψυχολογικό βάρος. Από την άλλη, υπάρχει και μια βιολογική διάσταση: όταν οι μύες ενεργοποιούνται, απελευθερώνουν ουσίες που ενδέχεται να έχουν προστατευτική δράση για τον εγκέφαλο.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι η προστατευτική επίδραση της μυϊκής δύναμης ήταν πιο έντονη στις γυναίκες. Σε αυτές, η μεγαλύτερη δύναμη συνδέθηκε πιο καθαρά με μείωση βασικών συμπτωμάτων, όπως θλίψη και απώλεια ενδιαφέροντος. Αντίθετα, στους άνδρες τα αποτελέσματα ήταν πιο περιορισμένα. Παρ’ όλα αυτά, η σχέση με αλλαγές στην όρεξη εμφανίστηκε και στα δύο φύλα.
Παρά τα σημαντικά ευρήματα, οι ερευνητές επισημαίνουν ότι υπάρχουν περιορισμοί. Το δείγμα περιλάμβανε κυρίως άτομα ευρωπαϊκής καταγωγής και γενικά πιο υγιή από τον μέσο πληθυσμό, ενώ η μυϊκή δύναμη εκτιμήθηκε έμμεσα μέσω της δύναμης λαβής. Επιπλέον, δεν εξετάστηκαν παράγοντες όπως η διατροφή ή το κάπνισμα. Παρ’ όλα αυτά, το βασικό μήνυμα είναι σαφές: η ενδυνάμωση των μυών δεν αφορά μόνο τη φυσική κατάσταση, αλλά μπορεί να αποτελεί και ένα ουσιαστικό «εργαλείο» για την προστασία της ψυχικής υγείας.