Μελομακάρονο, κουραμπιές και δίπλα: Η συναρπαστική ιστορία και η ετυμολογία των γιορτινών γλυκών
Τα Χριστούγεννα στην Ελλάδα είναι άρρηκτα συνδεδεμένα με τις μυρωδιές της κανέλας, του μελιού και του βουτύρου.
Τα Χριστούγεννα στην Ελλάδα είναι άρρηκτα συνδεδεμένα με τις μυρωδιές της κανέλας, του μελιού και του βουτύρου. Μελομακάρονο, κουραμπιές και δίπλα είναι τα τρία γλυκίσματα που είναι στενά συνυφασμένα με την εορταστική περίοδο των Χριστουγέννων. Πέρα από την «προαιώνια μάχη» μεταξύ κουραμπιέ και μελομακάρονου για το πιο είναι το πιο δημοφιλές από τα δυο και την -αουτσάιντερ- δίπλα υπάρχουν στοιχεία από την ιστορία των χριστουγεννιάτικων γλυκών που συναρπάζουν.
Ο κουραμπιές που έρχεται από τα βάθη της Ασίας, το μελομακάρονο που έχει ρίζες στην αρχαία ελληνική θρησκεία κα τα τρία παραδοσιακά γλυκά κρύβουν ένα συναρπαστικό γλωσσολογικό και ιστορικό ταξίδι που διατρέχει τους αιώνες.
Μελομακάρονο: Από το νεκρόδειπνο των αρχαίων στο κέρασμα των Χριστουγέννων
Η ετυμολογία του μελομακάρονου είναι ίσως η πιο εντυπωσιακή, καθώς συνδέεται με τα έθιμα του θανάτου στην αρχαιότητα. Η λέξη προέρχεται από τη «μακαρία», μια πίτα που προσφερόταν μετά την κηδεία προς τιμήν του εκλιπόντος. Η «μακαρία» με τη σειρά της προέρχεται από τη λέξη «μακάριος» (ευτυχισμένος, αλλά και αυτός που έχει αναπαυθεί). Στα μεταγενέστερα χρόνια, η πίτα αυτή εμπλουτίστηκε με σιρόπι μελιού και ονομάστηκε «μελομακάρονο», συμβολίζοντας πλέον την ευημερία και τη γλυκιά ζωή της νέας χρονιάς.
Σε πολλά νησιά του Αιγαίου το μελομακάρονο ονομάζεται και φοινίκι και παρασκευάζεται καθόλη τη διάρκεια του χρόνου, καταναλώνεται δε ως μπισκότο στεγνό χωρίς να εμποτιστεί σε μέλι και σιρόπι.
Χωρίς να είναι απόλυτα τεκμηριωμένο, το συνθετικό -μακαρον φέρεται να πέρασε ως αντιδάνειο στην λατινική και ιταλική γλώσσα, με τους ιταλούς να υιοθετούν τη λέξη «μακαρία» ως maccaroni, δίνοντάς την στα γνωστά ζυμαρικά.
Κουραμπιές: Ένα ταξίδι από την Περσία
Αν το μελομακάρονο έχει ελληνικές ρίζες, ο κουραμπιές είναι ο κοσμοπολίτης των εορτών. Η ονομασία του προέρχεται από την τουρκική λέξη kurabiye, η οποία με τη σειρά της έχει τις ρίζες της στο αραβικό ghurayba (μαλακό μπισκότο). Η λέξη σημαίνει κυριολεκτικά «ξερό μπισκότο» (kuru σημαίνει ξηρός και biye μπισκότο).Το γλυκό έφτασε στην Ελλάδα μέσω των προσφύγων της Μικράς Ασίας, αν και παρόμοιες συνταγές υπήρχαν σε όλη την οθωμανική αυτοκρατορία. Το λευκό χρώμα της άχνης ζάχαρης καθιέρωσε τον κουραμπιέ ως το κατεξοχήν χριστουγεννιάτικο γλυκό, συμβολίζοντας το χιονισμένο τοπίο και την αγνότητα των ημερών.
Δίπλα: Η απλότητα στο σχήμα
Η δίπλα είναι το μοναδικό από τα τρία γλυκά που οφείλει το όνομά της αποκλειστικά στον τρόπο παρασκευής της. Η ετυμολογία είναι απλή: προέρχεται από το ρήμα «διπλώνω». Καθώς το λεπτό φύλλο ζύμης πέφτει στο καυτό λάδι, ο τεχνίτης χρησιμοποιεί πιρούνια για να το «διπλώσει» γρήγορα σε ρολό ή τετράγωνο. Το μέλι και τα καρύδια που προστίθενται στο τέλος παραπέμπουν στις ίδιες συμβολικές έννοιες της αφθονίας που συναντάμε και στο μελομακάρονο.
Ο «χάρτης» των θερμίδων
Παρά τη νοστιμιά τους, τα μελομακάρονα, οι κουραμπιέδες και οι δίπλες σε ποσότητες πάνω από ένα τεμάχιο (ποιος μπορεί να φάει μόνο ένα μελομακάρονο) είναι θερμιδικές βόμβες -ακόμα και στην παραδοσιακή μορφή τους- χωρίς γλάσο σοκολάτας, όπως συνηθίζεται τα τελευταία χρόνια.
Το μελομακάρονο μεσαίου μεγέθους έχει περίπου 180-200 θερμίδες, καθώς είναι ζυμωμένο με ελαιόλαδο, χωρίς να ξεχνάμε και το σιρόπι από ζάχαρη και μέλι. Ο κουραμπιές είναι ακόμα πιο θερμιδικός, έχοντας περίπου 220-250 θερμίδες ανά τεμάχιο. Η δίπλα είναι το πιο «ελαφρύ» από τα τρία γλυκά των Χριστουγέννων, μιας και περιέχει 150-170 θερμίδες ανά τεμάχιο ανάλογα με την ποσότητα μελιού.