Νέα μελέτη: Ο πολύς ύπνος γερνάει το σώμα όσο και ο λίγος
Από τον εγκέφαλο έως το ήπαρ και το ανοσοποιητικό, ο ύπνος φαίνεται να επηρεάζει τη βιολογική γήρανση σε όλο το σώμα.
Ο ύπνος φαίνεται να έχει περισσότερη σχέση με την υγιή γήρανση από όσο ίσως πιστεύουμε. Μεγάλη διεθνής μελέτη, που δημοσιεύθηκε στο Nature, δείχνει ότι τόσο ο πολύ λίγος όσο και ο υπερβολικά πολύς ύπνος συνδέονται με ενδείξεις ταχύτερης βιολογικής γήρανσης σε πολλά όργανα του σώματος. Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι η σχέση αυτή έχει σχήμα U: οι ενδείξεις γήρανσης ήταν χαμηλότερες όταν η διάρκεια του ύπνου βρισκόταν περίπου μεταξύ 6,4 και 7,8 ωρών, ανάλογα με το όργανο, το φύλο και τον τρόπο με τον οποίο μετρήθηκε η βιολογική ηλικία.
Η μελέτη δεν εξετάζει απλώς πόσες ώρες κοιμάται κάποιος, αλλά προσπαθεί να δει τι συμβαίνει στον οργανισμό του. Για τον σκοπό αυτό οι επιστήμονες χρησιμοποίησαν 23 διαφορετικά «βιολογικά ρολόγια» που εκτιμούν πόσο γρήγορα γερνούν συγκεκριμένα όργανα και συστήματα. Τα ρολόγια αυτά βασίζονται σε στοιχεία από μαγνητικές τομογραφίες, σε πρωτεΐνες που κυκλοφορούν στο αίμα και σε μικρά μόρια του μεταβολισμού.
Ένα βιολογικό ρολόι για κάθε πλευρά της γήρανσης
Η βασική ιδέα πίσω από τα λεγόμενα βιολογικά ρολόγια είναι ότι η ηλικία μας δεν είναι μόνο ο αριθμός των ετών που έχουμε ζήσει. Δύο άνθρωποι ίδιας ηλικίας μπορεί να έχουν οργανισμούς που γερνούν με διαφορετική ταχύτητα. Οι επιστήμονες μπορούν πλέον να αναζητούν σημάδια αυτής της διαφοράς εξετάζοντας τον εγκέφαλο, το ήπαρ, το πάγκρεας, το λίπος, το ανοσοποιητικό σύστημα και άλλα όργανα.
Η ερευνητική ομάδα χρησιμοποίησε κυρίως δεδομένα από τη UK Biobank, μία από τις μεγαλύτερες βάσεις δεδομένων υγείας στον κόσμο, με περίπου 500.000 συμμετέχοντες. Οι άνθρωποι είχαν αναφέρει οι ίδιοι πόσες ώρες κοιμούνταν κάθε 24ωρο, ενώ για ένα μέρος τους υπήρχαν επίσης δεδομένα από μαγνητικές τομογραφίες και εξετάσεις αίματος.
Οι ερευνητές συνέκριναν τη διάρκεια του ύπνου με τα 23 βιολογικά ρολόγια και χρησιμοποίησαν στατιστικές μεθόδους που μπορούσαν να εντοπίσουν και μη γραμμικές σχέσεις. Με άλλα λόγια, δεν υπέθεσαν εξαρχής ότι κάθε επιπλέον ώρα ύπνου είναι καλύτερη ή χειρότερη. Άφησαν τα δεδομένα να δείξουν ποια μορφή είχε η σχέση.
Το αποτέλεσμα ήταν εντυπωσιακά σταθερό. Σε εννέα από τα 23 ρολόγια εμφανίστηκε σαφής σχέση σε σχήμα U. Αυτό σημαίνει ότι οι ενδείξεις βιολογικής γήρανσης ήταν υψηλότερες τόσο στα άτομα που κοιμούνταν πολύ λίγο όσο και σε εκείνα που κοιμούνταν πολλές ώρες.
Το «κατώτερο σημείο» της καμπύλης, δηλαδή το σημείο στο οποίο η βιολογική ηλικία φαινόταν χαμηλότερη, βρισκόταν συνολικά περίπου στις 6,5 έως 7,8 ώρες ύπνου. Ωστόσο, δεν υπήρχε μία μαγική διάρκεια που να ισχύει για όλους. Για παράδειγμα, το βιολογικό ρολόι του εγκεφάλου που βασιζόταν σε πρωτεΐνες έδειχνε το χαμηλότερο επίπεδο γήρανσης κοντά στις 7,7 ώρες, ενώ το αντίστοιχο ρολόι που βασιζόταν σε μαγνητική τομογραφία βρισκόταν κοντά στις 6,5 ώρες.
Αυτό δείχνει ότι διαφορετικές πλευρές της βιολογίας μας μπορεί να ανταποκρίνονται διαφορετικά στον ύπνο.
Ο πολύ λίγος ύπνος συνδέθηκε με περισσότερες ασθένειες
Στη συνέχεια οι επιστήμονες εξέτασαν αν ο πολύ λίγος και ο ιδιαίτερα πολύς ύπνος συνδέονταν και με πραγματικές ασθένειες. Για τις αναλύσεις αυτές θεώρησαν ως «φυσιολογικό» εύρος τις 6 έως 8 ώρες και συνέκριναν το αποτέλεσμα με όσους κοιμούνταν λιγότερο από 6 ή περισσότερο από 8 ώρες.
Οι συσχετίσεις ήταν ιδιαίτερα έντονες στην ομάδα με τον λίγο ύπνο. Εμφανίστηκαν σχέσεις με καρδιαγγειακά προβλήματα, διαβήτη τύπου 2, παχυσαρκία, υψηλή χοληστερόλη, υπέρταση, αναπνευστικές και πεπτικές παθήσεις, αλλά και με προβλήματα ψυχικής υγείας, όπως κατάθλιψη και αγχώδεις διαταραχές.
Ο πολύς ύπνος συνδεόταν επίσης με αυξημένο κίνδυνο για ορισμένες παθήσεις, αλλά το μοτίβο ήταν διαφορετικό και οι συσχετίσεις ήταν πιο έντονες σε προβλήματα που αφορούσαν τον εγκέφαλο και την ψυχική υγεία.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει το εύρημα σχετικά με τη θνησιμότητα. Σε σύγκριση με όσους κοιμούνταν 6 έως 8 ώρες, ο κίνδυνος θανάτου από οποιαδήποτε αιτία ήταν αυξημένος κατά περίπου 50% στους ανθρώπους που κοιμούνταν 4 έως 6 ώρες και κατά περίπου 40% σε εκείνους που κοιμούνταν 8 έως 10 ώρες. Οι αριθμοί αυτοί, ωστόσο, δεν σημαίνουν ότι ο πολύς ή ο λίγος ύπνος προκαλεί από μόνος του τον θάνατο. Η μελέτη είναι κυρίως παρατηρητική και οι ερευνητές τονίζουν ότι δεν μπορούν να αποδείξουν σχέση αιτίας και αποτελέσματος.
Ο πολύς ύπνος μπορεί να είναι και σημάδι προβλήματος
Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα συμπεράσματα της έρευνας αφορά τη σχέση ύπνου και κατάθλιψης στην τρίτη ηλικία. Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι ο λίγος και ο πολύς ύπνος φαίνεται να συνδέονται με την κατάθλιψη μέσω διαφορετικών διαδρομών. Στην περίπτωση του λίγου ύπνου, η σχέση ήταν περισσότερο άμεση. Η έλλειψη ύπνου μπορεί να συνοδεύεται από σωματικό στρες, αλλαγές στο ανοσοποιητικό και στις ορμόνες και διαταραχές στη ρύθμιση της διάθεσης. Για τον πολύ ύπνο, αντίθετα, η σχέση φαινόταν να περνά περισσότερο μέσα από αλλαγές στον εγκέφαλο και σε άλλα όργανα. Αυτό ενισχύει την πιθανότητα ότι ο παρατεταμένος ύπνος δεν είναι πάντοτε η αιτία ενός προβλήματος, αλλά μπορεί σε ορισμένες περιπτώσεις να αποτελεί και ένδειξη ότι κάτι στον οργανισμό δεν λειτουργεί καλά. Ένας άνθρωπος μπορεί, για παράδειγμα, να κοιμάται περισσότερες ώρες, επειδή ήδη αντιμετωπίζει κάποιο υποκείμενο πρόβλημα υγείας. Οι ερευνητές προσπάθησαν να εξετάσουν και αυτή την πιθανότητα χρησιμοποιώντας γενετικά δεδομένα. Τα αποτελέσματα δεν έδωσαν ισχυρές ενδείξεις ότι οι ασθένειες γενικά προκαλούν τις διαταραχές στη διάρκεια του ύπνου. Ωστόσο, οι επιστήμονες υπογραμμίζουν ότι δεν μπορούν να αποκλείσουν πλήρως μια αμφίδρομη σχέση.
Στην μελέτη υπήρχαν περιορισμοί, καθώς η διάρκεια του ύπνου βασίστηκε στις δηλώσεις των συμμετεχόντων και όχι σε αντικειμενική καταγραφή κάθε βραδιάς, ενώ οι περισσότεροι ήταν ευρωπαϊκής καταγωγής. Επιπλέον, δεν εξετάστηκαν σε βάθος παράγοντες όπως η ποιότητα και η διακοπή του ύπνου ή η διαταραχή του βιολογικού ρολογιού. Ωστόσο, οι ερευνητές υποστηρίζουν ότι το βασικό μήνυμα είναι αρκετά σαφές: ο ύπνος δεν αφορά μόνο τον εγκέφαλο, αλλά ολόκληρο το σώμα. Η έλλειψη ύπνου φαίνεται να συνδέεται με ένα ευρύ φάσμα προβλημάτων, ενώ και ο υπερβολικός ύπνος μπορεί να αποτελεί προειδοποιητικό σημάδι.
Το λεγόμενο «Sleep Chart» που δημιούργησαν οι επιστήμονες προσφέρει έτσι έναν νέο τρόπο να μελετηθεί η σχέση ύπνου και γήρανσης. Δεν δίνει έναν απόλυτο αριθμό ωρών που πρέπει να κοιμάται κάθε άνθρωπος, αλλά δείχνει ότι, για την υγιή γήρανση, μάλλον έχει σημασία να αποφεύγονται και τα δύο άκρα και να δίνεται προσοχή στις αλλαγές στις συνήθειες του ύπνου. Ιδιαίτερα όταν κάποιος αρχίζει ξαφνικά να κοιμάται πολύ περισσότερο ή πολύ λιγότερο, αυτό μπορεί να αξίζει διερεύνηση και όχι απλώς να θεωρείται μια φυσιολογική αλλαγή της ηλικίας.