Ο πολύς ύπνος είναι εξίσου επιβλαβής με τον λίγο, σύμφωνα με νέα μελέτη
Νέα μελέτη δείχνει ότι 6 έως 8 ώρες ύπνου σχετίζονται με πιο «νεανικούς» βιολογικούς δείκτες και καλύτερη υγεία.
Νέα έρευνα δείχνει ότι η διάρκεια του ύπνου φαίνεται να συνδέεται με το πώς «γερνά» το σώμα μας βιολογικά. Οι επιστήμονες διαπίστωσαν ότι τόσο ο πολύ λίγος όσο και ο υπερβολικά πολύς ύπνος σχετίζονται με ενδείξεις ταχύτερης βιολογικής γήρανσης, σε σύγκριση με ένα πιο «μεσαίο» εύρος ωρών. Συγκεκριμένα, το εύρος περίπου 6 έως 8 ωρών ύπνου φαίνεται να συνδέεται με καλύτερους δείκτες υγείας συνολικά.
Πώς διεξήχθη η μελέτη
Η μελέτη, όπως διαβάζουμε στο Fox News βασίστηκε σε δεδομένα περίπου 500.000 ανθρώπων από διεθνείς βάσεις δεδομένων. Οι συμμετέχοντες ανέφεραν οι ίδιοι πόσες ώρες κοιμούνταν μέσα σε ένα 24ωρο, συμπεριλαμβανομένων και των σύντομων ύπνων το απόγευμα. Στη συνέχεια, οι ερευνητές συνέκριναν αυτές τις πληροφορίες με 23 διαφορετικά «βιολογικά ρολόγια» γήρανσης, τα οποία προσπαθούν να εκτιμήσουν αν όργανα όπως ο εγκέφαλος, η καρδιά ή το ανοσοποιητικό σύστημα εμφανίζουν μεγαλύτερη ή μικρότερη ηλικία από τη χρονολογική ηλικία του ατόμου.
Ποια ήταν τα ευρήματα
Τα αποτελέσματα έδειξαν μια χαρακτηριστική καμπύλη τύπου «U». Δηλαδή, τόσο η έλλειψη ύπνου όσο και η υπερβολική διάρκεια ύπνου συνδέθηκαν με υψηλότερη βιολογική ηλικία και αυξημένο κίνδυνο για μελλοντικές ασθένειες. Μάλιστα, σε αρκετά από τα βιολογικά «ρολόγια», εντοπίστηκαν στατιστικά σημαντικές συνδέσεις ανάμεσα στον ύπνο και τη γήρανση σε διαφορετικά συστήματα του σώματος, όπως στον εγκέφαλο στην καρδιά, το δέρμα και το ανοσοποιητικό.
Αξιοσημείωτο είναι ότι οι άνθρωποι που εμφάνισαν τη μικρότερη «απόκλιση» ανάμεσα στη βιολογική και τη χρονολογική ηλικία ήταν γυναίκες με 6,5 έως 7,8 ώρες ύπνου και άνδρες με 6,4 έως 7,7 ώρες ύπνου. Αντίθετα, τόσο ο πολύ λίγος ύπνος όσο και ο πολύ μεγάλος συνδέθηκαν με αυξημένο κίνδυνο θνησιμότητας από διάφορες αιτίες. Οι ερευνητές παρατήρησαν ότι η έλλειψη ύπνου συνδεόταν περισσότερο με σωματικές επιπτώσεις, όπως καρδιαγγειακά και μεταβολικά προβλήματα, ενώ ο υπερβολικός ύπνος είχε ισχυρότερη συσχέτιση με ψυχικές και νευρολογικές διαταραχές.
Πώς εξηγούν τα ευρήματα οι επιστήμονες
Ειδικοί εξηγούν ότι κατά τη διάρκεια του ύπνου το σώμα εκτελεί κρίσιμες διαδικασίες αποκατάστασης. Σε αυτές περιλαμβάνονται η κυτταρική ανανέωση, η ρύθμιση του ανοσοποιητικού, η ορμονική ισορροπία αλλά και η απομάκρυνση τοξικών ουσιών από τον εγκέφαλο. Όταν ο ύπνος είναι συστηματικά πολύ λίγος ή πολύς, αυτές οι διαδικασίες διαταράσσονται και με τον καιρό αυτό μπορεί να οδηγεί σε αυξημένη φλεγμονή και αλλαγές σε κυτταρικό επίπεδο, που συνδέονται με ταχύτερη γήρανση.
Παράλληλα, οι ειδικοί τονίζουν ότι δεν υπάρχει μία αυστηρή «συνταγή» για όλους. Οι ανάγκες διαφέρουν ανάλογα με την ηλικία, την κατάσταση υγείας και τον τρόπο ζωής. Για παράδειγμα, ένας νεαρός ενήλικας και ένας ηλικιωμένος με καρδιολογικά προβλήματα δεν έχουν τις ίδιες απαιτήσεις σε διάρκεια ή ποιότητα ύπνου. Επίσης, σημαντικό ρόλο παίζει το πώς αισθάνεται κάποιος μέσα στην ημέρα: αν ξυπνά ξεκούραστος και αν μπορεί να λειτουργήσει χωρίς υπερβολική καφεΐνη ή υπνηλία.
Η ποιότητα του ύπνου φαίνεται να είναι εξίσου σημαντική με τη διάρκειά του. Οι βαθιές φάσεις ύπνου και η φάση REM, κατά την οποία ο εγκέφαλος επεξεργάζεται συναισθήματα και μνήμες, θεωρούνται καθοριστικές για την αποκατάσταση του οργανισμού. Ακόμη κι αν κάποιος κοιμάται αρκετές ώρες, αλλά ο ύπνος του είναι διακεκομμένος ή επιφανειακός, μπορεί να μην αποκομίζει τα πλήρη οφέλη.
Το βασικό μήνυμα της έρευνας είναι ότι ο ύπνος δεν αποτελεί πολυτέλεια ή απλώς μια καθημερινή συνήθεια, αλλά έναν θεμελιώδη βιολογικό μηχανισμό που επηρεάζει την υγεία και τη γήρανση. Οι ειδικοί υπογραμμίζουν ότι η σταθερή και ποιοτική ξεκούραση είναι από τους πιο απλούς αλλά και πιο ισχυρούς τρόπους για να υποστηρίξει κανείς την υγιή γήρανση, χωρίς απαραίτητα περίπλοκες παρεμβάσεις.