Παχυσαρκία: Τα φάρμακα τύπου Ozempic «σβήνουν» την απόλαυση του φαγητού
Νέα έρευνα δείχνει ότι τα GLP-1 χάπια δεν κόβουν μόνο την πείνα, αλλά και την ευχαρίστηση από το φαγητό.
Τα φάρμακα τύπου GLP-1, που έχουν γίνει γνωστά τα τελευταία χρόνια χάρη στην εντυπωσιακή απώλεια βάρους που προκαλούν, φαίνεται ότι δεν μειώνουν απλώς την πείνα. Σύμφωνα με νέα μελέτη που δημοσιεύθηκε στο Nature, επηρεάζουν και τα κυκλώματα ανταμοιβής του εγκεφάλου, δηλαδή το σύστημα που μας κάνει να λαχταρούμε τροφές πλούσιες σε λίπος και ζάχαρη.
Η έρευνα επικεντρώθηκε σε μια νέα γενιά χαπιών αδυνατίσματος, όπως τα danuglipron και orforglipron, τα οποία ανήκουν στην ίδια κατηγορία με φάρμακα όπως το Ozempic και το Wegovy, αλλά έχουν το πλεονέκτημα ότι μπορούν να λαμβάνονται από το στόμα αντί της ενέσιμης μορφής. Οι επιστήμονες διαπίστωσαν ότι αυτά τα φάρμακα ενεργοποιούν συγκεκριμένα νευρικά κύτταρα σε μια περιοχή του εγκεφάλου που συνδέεται με το συναίσθημα και την ανταμοιβή, μειώνοντας έτσι την ευχαρίστηση που προκαλεί το «comfort food». Οι ερευνητές υποστηρίζουν ότι το εύρημα ίσως εξηγεί γιατί αρκετοί άνθρωποι που λαμβάνουν GLP-1 φάρμακα αναφέρουν ότι χάνουν όχι μόνο την όρεξη για φαγητό αλλά και την επιθυμία για αλκοόλ, τζόγο ή άλλες εθιστικές συμπεριφορές.
Πώς διεξήχθη η μελέτη
Για να μελετήσουν τον μηχανισμό, οι επιστήμονες δημιούργησαν γενετικά τροποποιημένα ποντίκια που έφεραν μια «ανθρωποποιημένη» εκδοχή του υποδοχέα GLP-1. Αυτό ήταν απαραίτητο επειδή τα νέα χάπια δεν δρουν φυσιολογικά στους υποδοχείς των τρωκτικών. Με τη βοήθεια της τεχνικής CRISPR, άλλαξαν ένα μόνο αμινοξύ στον υποδοχέα των ποντικιών, ώστε να ανταποκρίνεται στα φάρμακα όπως ο ανθρώπινος οργανισμός.
Στη συνέχεια, οι ερευνητές παρακολούθησαν πώς επηρεάζονταν οι διατροφικές συνήθειες των ζώων. Τα ποντίκια συνέχισαν να τρώνε λιγότερο από την κανονική τροφή τους, όμως η μεγαλύτερη αλλαγή εμφανίστηκε όταν είχαν πρόσβαση σε τροφές με πολλά λιπαρά. Τα φάρμακα μείωσαν σημαντικά την κατανάλωση αυτών των «ελκυστικών» τροφών, ακόμη και όταν τα ζώα δεν πεινούσαν πραγματικά.
Οι επιστήμονες προσπάθησαν επίσης να καταλάβουν αν η μειωμένη κατανάλωση οφειλόταν σε ναυτία — μια γνωστή παρενέργεια των GLP-1 φαρμάκων. Χρησιμοποιώντας συστήματα παρακολούθησης συμπεριφοράς με κάμερες και αλγορίθμους μηχανικής μάθησης, κατέγραψαν δεκάδες διαφορετικές κινήσεις και μοτίβα συμπεριφοράς στα ποντίκια.
Ποια ήταν τα ευρήματα
Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι το orforglipron προκαλούσε ένα διαφορετικό προφίλ συμπεριφοράς από εκείνο που σχετίζεται με δυσφορία ή ναυτία. Τα ποντίκια παρέμεναν δραστήρια και εξερευνητικά, παρότι έτρωγαν λιγότερο. Αντίθετα, άλλα φάρμακα της ίδιας κατηγορίας εμφάνιζαν πιο έντονα χαρακτηριστικά που παρέπεμπαν σε αδιαθεσία.
Στη συνέχεια, η ομάδα χαρτογράφησε ποιες περιοχές του εγκεφάλου ενεργοποιούνταν μετά τη χορήγηση των φαρμάκων. Εκτός από τις γνωστές περιοχές που σχετίζονται με τον μεταβολισμό και το αίσθημα κορεσμού, εντόπισαν έντονη δραστηριότητα στην κεντρική αμυγδαλή, μια περιοχή που συμμετέχει στην επεξεργασία συναισθημάτων και ανταμοιβής.
Εκεί βρήκαν μια ειδική ομάδα νευρώνων που φέρουν τον υποδοχέα GLP-1. Όταν οι επιστήμονες ενεργοποίησαν τεχνητά αυτά τα κύτταρα, τα ποντίκια περιόρισαν την κατανάλωση λιπαρών τροφών χωρίς να μειωθεί ιδιαίτερα η κατανάλωση της συνηθισμένης τροφής τους. Όταν αντίθετα «έσβησαν» αυτούς τους υποδοχείς, τα φάρμακα έχασαν μεγάλο μέρος της επίδρασής τους πάνω στη λεγόμενη «ηδονική κατανάλωση» φαγητού.
Το πιο εντυπωσιακό εύρημα αφορούσε την ντοπαμίνη, τον νευροδιαβιβαστή που συνδέεται με την ανταμοιβή και την ευχαρίστηση. Οι ερευνητές έδειξαν ότι τα φάρμακα μειώνουν την απελευθέρωση ντοπαμίνης σε μια περιοχή του εγκεφάλου που ενεργοποιείται όταν καταναλώνουμε ιδιαίτερα γευστικές τροφές.
Με άλλα λόγια, το φαγητό φαίνεται να γίνεται λιγότερο «ανταποδοτικό» για τον εγκέφαλο. Αυτό ενδέχεται να βοηθά τους ανθρώπους να αντιστέκονται πιο εύκολα σε τρόφιμα υψηλής θερμιδικής αξίας, όχι επειδή νιώθουν κορεσμό, αλλά επειδή η επιθυμία για αυτά μειώνεται.
Οι προοπτικές της μελέτης
Οι επιστήμονες εκτιμούν ότι αυτή η δράση ίσως εξηγεί και τις αναφορές για περιορισμό της επιθυμίας για αλκοόλ ή άλλες εξαρτησιογόνες ουσίες σε άτομα που λαμβάνουν GLP-1 αγωγή. Αν τα φάρμακα αυτού του είδους επηρεάζουν γενικότερα το σύστημα ανταμοιβής του εγκεφάλου, τότε πιθανώς θα μπορούσαν στο μέλλον να χρησιμοποιηθούν και σε διαταραχές εθισμού ή επεισοδιακής υπερφαγίας.