Politico: Πώς ο Όρμπαν έστησε παγίδες στον Μάγιαρ για να τον εμποδίσει να κυβερνήσει
Τη δύσκολη επόμενη ημέρα θα πρέπει να αντιμετωπίσει ο αντίπαλος του Βίκτορ Όρμπαν σε περίπτωση επικράτησης στις εκλογές αφού ο νυν πρωθυπουργός έχει κόψει και ράψει το σύστημα στα μέτρα του.
Ακόμη κι αν ο υποψήφιος της αντιπολίτευσης Πέτερ Μάγιαρ κερδίσει τις εκλογές της Ουγγαρίας την Κυριακή 12 Απριλίου, θα αντιμετωπίσει μια εξαντλητική δοκιμασία στην προσπάθειά του να διοικήσει αποτελεσματικά τη χώρα, λόγω ενός περίπλοκου νομικού και πολιτικού «ναρκοπεδίου» που έχει στήσει ο σημερινός πρωθυπουργός Βίκτορ Όρμπαν.
Ο σύμμαχος του Κρεμλίνου έχει εξασφαλίσει αυστηρό έλεγχο σε κρίσιμους δημόσιους θεσμούς στα 16 χρόνια της εξουσίας του, με αποτέλεσμα οι πιστοί του να διατηρούν αποφασιστικές εξουσίες για να μπλοκάρουν τα δημοσιονομικά σχέδια της Ουγγαρίας και να ακυρώνουν νομοθεσία μέσω ενός πολιτικοποιημένου συνταγματικού δικαστηρίου.
Σύμφωνα με ανάλυση του Politico, για τον Μάγιαρ, η πρόκληση είναι να βρει τρόπο να κυβερνήσει αποτελεσματικά χωρίς να οδηγηθεί σε πρόωρες εκλογές, μέσα σε ένα σύστημα σχεδιασμένο να τον οδηγήσει στην αποτυχία.
Πέραν από τη συνεχιζόμενη επιρροή του Όρμπαν στους προϋπολογισμούς, βασικές πτυχές της δημόσιας ζωής, όπως η δικαιοσύνη, τα μέσα ενημέρωσης, το εκλογικό σύστημα, τα δημόσια οικονομικά, η οικογενειακή πολιτική και η εκκλησία, ρυθμίζονται από βασικούς νόμους που αλλάζουν μόνο με υπερπλειοψηφία δύο τρίτων, κάτι εξαιρετικά δύσκολο για το κόμμα του Μαγιάρ Tisza.
Η κυβέρνηση Όρμπαν και το Fidesz ποντάρουν ότι το Tisza, το αντιπολιτευόμενο κόμμα, θα αποτύχει λόγω απειρίας και αδυναμίας διακυβέρνησης.
Για να κυβερνήσει λοιπόν ο Μάγιαρ, χρειάζεται συνεκτικό όραμα και ισχυρή πολιτική βάση. «Υπάρχει μόνο ένα ζήτημα που τους ενώνει, να μας απομακρύνουν από την εξουσία», δήλωσε στο περιοδικό ο υπουργός Ευρωπαϊκών Υποθέσεων Γιάνος Μπόκα. «Αυτό μπορεί να αρκεί για να χάσουμε, αλλά όχι για να κυβερνήσουν», πρόσθεσε.
Ο Μάγιαρ προετοιμάζεται για δύσκολη αρχή ακόμη και αν κερδίσει, καθώς οι δημοσκοπήσεις τον φέρνουν στην πρώτη θέση με απλή πλειοψηφία. Θα πρέπει επίσης να αντιμετωπίσει την εχθρότητα στελεχών του Fidesz στη γραφειοκρατία, που απομακρύνονται μόνο με πλειοψηφία δύο τρίτων.
«Αυτή θα είναι μια δύσκολη μάχη και ο Όρμπαν δεν θα διευκολύνει τον διάδοχό του αν χάσει», δήλωσε η αναλύτρια Καταλίν Τσεχ. «Η καταστροφή της δημοκρατίας και των θεσμών είναι πολύ πιο εύκολη από την ανοικοδόμηση», πρόσθεσε.
Ταμειακή κρίση
Η πρώτη πρόκληση για τον Μάγιαρ θα είναι η κατάρτιση ενός προϋπολογισμού που να καλύπτει τις δαπανηρές προεκλογικές του υποσχέσεις, όπως η αύξηση των δαπανών για την υγεία, ύστερα από χρόνια υποεπενδύσεων.
Ωστόσο, το Fidesz έχει ήδη εξαντλήσει τα ταμεία, φτάνοντας το 50 τοις εκατό του στόχου για το έλλειμμα του 2026 από τον Φεβρουάριο, μετά από μαζικές προεκλογικές επιδοτήσεις.
Σαν να μην έφτανε αυτό, ο Όρμπαν μπορεί να δυσκολέψει ακόμη περισσότερο την κατάσταση μέσω του συμβουλίου προϋπολογισμού, ενός οργάνου με τρία μέλη του Fidesz, διορισμένα για έξι έως δώδεκα χρόνια, που έχουν δικαίωμα βέτο στον προϋπολογισμό.
Παράλληλα, ο πρόεδρος Τάμας Σούλιοκ, προσκείμενος στο Fidesz και με θητεία έως το 2029, μπορεί να προκηρύξει πρόωρες εκλογές αν δεν εγκριθεί προϋπολογισμός. Τόσο το συμβούλιο όσο και ο πρόεδρος απομακρύνονται μόνο με πλειοψηφία δύο τρίτων.
Ο Μάγιαρ θα αντιμετωπίσει αντίστοιχες δυσκολίες και στην προσπάθεια αποδέσμευσης 18 δισεκατομμυρίων ευρώ από παγωμένα κονδύλια της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς απαιτούνται μεταρρυθμίσεις έως τον Αύγουστο.
«Κατά την προεκλογική περίοδο εμφανίστηκε αισιόδοξος ότι θα εξασφαλίσει μέρος των πόρων μέσω αξιόπιστων μέτρων κατά της διαφθοράς. Ωστόσο, δεν μπορεί να αλλάξει νόμους που απαιτούν αυξημένη πλειοψηφία και η επιτυχία του θα εξαρτηθεί τόσο από τις ακόμη αδοκίμαστες διαπραγματευτικές του ικανότητες όσο και από την ευελιξία της Ευρωπαϊκής Ένωσης» σημείωσε η Orsolya Ráczová της Eurasia Group.
Το σημείο συμφόρησης των δύο τρίτων
Η απαίτηση πλειοψηφίας δύο τρίτων για τόσες κρίσιμες αλλαγές αποτελεί το μεγαλύτερο εμπόδιο για κάθε νέα κυβέρνηση. Οι βασικοί νόμοι που ρυθμίζουν τομείς όπως η δικαιοσύνη και τα μέσα ενημέρωσης εισήχθησαν με τη συνταγματική αναθεώρηση του Όρμπαν το 2011, η οποία ψηφίστηκε σε μόλις εννέα ημέρες, καθιστώντας πολλές πολιτικές εξαιρετικά δύσκολο να αλλάξουν στο μέλλον.
Η Επιτροπή της Βενετίας εξέφρασε τότε ανησυχίες, χαρακτηρίζοντας το όριο των δύο τρίτων υπερβολικό για ζητήματα που θα έπρεπε να ανήκουν στην κανονική πολιτική διαδικασία, ενώ επέκρινε και τις αυξημένες εξουσίες του συμβουλίου προϋπολογισμού και τον αντίκτυπό τους στη δημοκρατία.
Παράλληλα, το Fidesz έχει τοποθετήσει πιστούς σε καίριες θέσεις, όπως του εισαγγελέα, του συνηγόρου του πολίτη και των αρχών των μέσων ενημέρωσης, οι οποίοι μπορούν να μπλοκάρουν μια μη φιλική κυβέρνηση, όπως σημείωσε ο Miklós Ligeti της Transparency International Hungary.
Έχει επίσης ενισχύσει τη θέση του μέσω της συγκέντρωσης των μέσων ενημέρωσης, ιδρύοντας το 2018 ένα δίκτυο στο οποίο εντάχθηκαν εκατοντάδες μέσα που αναπαράγουν την κυβερνητική γραμμή, κατάσταση που επίσης ανατρέπεται μόνο με πλειοψηφία δύο τρίτων.
Το συνταγματικό δικαστήριο αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτού του ελέγχου, καθώς και οι 15 δικαστές έχουν διοριστεί από το Fidesz. Αντίστοιχα, το ανώτατο δικαστήριο της χώρας, η Curia, διευθύνεται από τον András Varga, διορισμένο από κοινοβούλιο ελεγχόμενο από το κόμμα.
Κάθε νομοθετική πρωτοβουλία μπορεί να καταλήξει στα ανώτατα δικαστήρια, γεγονός που, λόγω της μεροληψίας τους, καθιστά τη μάχη για το Tisza ιδιαίτερα δύσκολη, σύμφωνα με την πρώην δικαστή Αντριέν Λατζό.
Επιπλέον, ενισχύθηκε τον Δεκέμβριο το δικαίωμα βέτο του προέδρου Τάμας Σούλιοκ, ο οποίος διορίστηκε το 2024 για πενταετή θητεία.
«Ο Όρμπαν έχει ουσιαστικά προετοιμαστεί για το χειρότερο σενάριο σε περίπτωση ήττας», τόνισε η καθηγήτρια συνταγματικού δικαίου στο Πανεπιστήμιο Πρίνστον Κιμ Λάνε Σέπελε, επισημαίνοντας ότι οι πρόσφατες συνταγματικές αλλαγές καθιστούν σχεδόν αδύνατη την απομάκρυνση του προέδρου. Ταυτόχρονα, ο πρόεδρος μπορεί να μπλοκάρει νόμους επιστρέφοντάς τους στο κοινοβούλιο ή παραπέμποντάς τους στο συνταγματικό δικαστήριο, υπονομεύοντας πιθανές μεταρρυθμίσεις.
Η Σέπελε συνέκρινε την κατάσταση με την Πολωνία, όπου ο Ντόναλντ Τουσκ δυσκολεύεται να προωθήσει μεταρρυθμίσεις λόγω του βέτο του προέδρου Κάρολ Ναβρόκι, που ευθυγραμμίζεται με το κόμμα Νόμος και Δικαιοσύνη.
Ο Όρμπαν στην αντιπολίτευση
Από τη θέση της αντιπολίτευσης, ο Όρμπαν μπορεί να δυσκολέψει σημαντικά το κυβερνών κόμμα στην καθημερινή πολιτική.
Η Ζουζάνα Σελένι, πρώην βουλευτής του Fidesz που αποχώρησε όταν ο Όρμπαν εγκατέλειψε τον φιλελευθερισμό για τον εθνικό συντηρητισμό τη δεκαετία του 1990, τόνισε ότι «το κόμμα διαθέτει ισχυρή παράδοση επιθετικής αντιπολίτευσης».
Υπενθύμισε τις εκλογές του 2006, τις τελευταίες που έχασε το Fidesz. Αν και ο Όρμπαν αρχικά αποδέχθηκε την ήττα από τους Σοσιαλιστές, η στάση του άλλαξε λίγους μήνες αργότερα, όταν προκάλεσε οργή η διαρροή ομιλίας του Φέρεντς Γκιούρτσανι, στην οποία παραδεχόταν ότι είπε ψέματα για να κερδίσει τις εκλογές.
Την περίοδο 2006 έως 2010, το Fidesz μετέφερε την πολιτική σύγκρουση στους δρόμους και πίεσε την κυβέρνηση με έντονες παρελκυστικές τακτικές στο κοινοβούλιο, ένα μοντέλο που, σύμφωνα με τη Σελένι, ο Όρμπαν θα μπορούσε να επαναλάβει. Όπως είπε, διαθέτει πολλά διαδικαστικά μέσα για να καθυστερήσει ακόμη και τον σχηματισμό κυβέρνησης.
Ο πολιτικός επιστήμονας Γκάμπορ Τόκα συμφώνησε, σημειώνοντας ότι «σε περίπτωση νίκης της αντιπολίτευσης είναι πιθανά πολλά δυσάρεστα σενάρια».