Σκέψεις για πάγωμα των αλλαγών στα όρια ηλικίας συνταξιοδότησης - Μέχρι πότε και ποιοι ωφελούνται
Η αλλαγή, που βάσει του νόμου θα εξεταζόταν στα τέλη του 2026 και θα ίσχυε από το 2027, μετατίθεται για την... αυγή της επόμενης δεκαετίας.
Μία σημαντική ανάσα παίρνουν οι ασφαλισμένοι που βρίσκονται κοντά στη συνταξιοδότηση, καθώς όλα δείχνουν ότι... παγώνει έως το 2030 η προγραμματισμένη αναπροσαρμογή των ορίων ηλικίας. Η αλλαγή, που βάσει του νόμου θα εξεταζόταν στα τέλη του 2026 και θα ίσχυε από το 2027, μετατίθεται για την... αυγή της επόμενης δεκαετίας, ανατρέποντας τα σενάρια αύξησης του ορίου συνταξιοδότησης στα 68 έτη.
Η απόφαση του υπουργείου Εργασίας ουσιαστικά «παγώνει το ρολόι» των αλλαγών και καθησυχάζει τους ασφαλισμένους που τα τελευταία χρόνια σπεύδουν να αποχωρήσουν υπό τον φόβο δυσμενέστερων ρυθμίσεων.
Σύμφωνα με πληροφορίες από τις μελέτες της Εθνικής Αναλογιστικής Αρχής, δεν διαπιστώνεται αύξηση του προσδόκιμου ζωής ούτε επιδείνωση του δείκτη γήρανσης ώστε να δικαιολογείται παρέμβαση. Κατ' επέκταση, η επόμενη αξιολόγηση θα γίνει το αργότερο έως το 2029, και εφόσον τότε διαπιστωθεί μεταβολή στα δημογραφικά δεδομένα, οι αλλαγές θα τεθούν σε ισχύ από 1ης Ιανουαρίου 2030.
Οι κερδισμένοι και οι «χαμένοι»
Η εξέλιξη ευνοεί ιδιαίτερα τους 57άρηδες και 58άρηδες ασφαλισμένους, οι οποίοι μέχρι το 2030 θα έχουν συμπληρώσει το 62ο έτος της ηλικίας τους και –εφόσον διαθέτουν 40 έτη ασφάλισης– θα θεμελιώσουν δικαίωμα πλήρους σύνταξης χωρίς επηρεασμό από μελλοντικές αυξήσεις.
Αντίθετα, όσοι βρίσκονται σήμερα στην ηλικία των 50 έως 55 ετών, δεν θα έχουν προλάβει να θεμελιώσουν δικαίωμα έως τότε και, κατά πάσα πιθανότητα, θα είναι εκείνοι που θα επηρεαστούν από την επόμενη αναπροσαρμογή.
Γιατί μετατέθηκε η εφαρμογή
Πέρα από τα δημογραφικά δεδομένα, το «πάγωμα» συνδέεται και με πολιτικούς υπολογισμούς. Το 2027 είναι χρονιά εκλογών, γεγονός που καθιστούσε εξαιρετικά δύσκολη οποιαδήποτε απόφαση αύξησης των ορίων, έστω και κατά έξι μήνες. Μια τέτοια κίνηση θα προκαλούσε αντιδράσεις στους ασφαλισμένους και πολιτικό κόστος, ενώ θα ενίσχυε το φαινόμενο της πρόωρης φυγής στη σύνταξη, που ήδη επιβαρύνει τον ΕΦΚΑ.
Μόνο την τελευταία τετραετία (2021–2024) περισσότερα από 810.000 άτομα αποχώρησαν από Δημόσιο και ιδιωτικό τομέα, προκειμένου να προλάβουν ενδεχόμενες αλλαγές, ενώ αντίστοιχος είναι ο αριθμός των εργαζομένων στο δημόσιο που εκτιμάται οτι θα αποχωρήσει μεχρι το 2027.
Το θεσμικό πλαίσιο
Η σύνδεση του προσδόκιμου ζωής με τα όρια συνταξιοδότησης θεσπίστηκε με τον νόμο 3863/2010, ο οποίος προβλέπει επανεξέταση ανά τριετία, ξεκινώντας από το 2021. Ωστόσο, καθώς το προσδόκιμο ζωής στη χώρα δεν έχει ανακάμψει στα προ πανδημίας επίπεδα, κρίθηκε ότι δεν υπάρχει λόγος ενεργοποίησης του μηχανισμού.
Η ρύθμιση αυτή λειτουργεί ως «αποσυμπιεστής» για το ασφαλιστικό σύστημα, ώστε να αποτραπεί μελλοντική δημοσιονομική πίεση από την αύξηση των δαπανών για συντάξεις. Όσο αυξάνεται η διάρκεια ζωής και η γήρανση του πληθυσμού, τόσο παρατείνεται ο εργασιακός βίος.
Οι δείκτες που θα κρίνουν την επόμενη απόφαση
Η Εθνική Αναλογιστική Αρχή θα λάβει υπόψη της τρεις κρίσιμους δημογραφικούς δείκτες:
- Τον δείκτη εξάρτησης (αναλογία ατόμων άνω των 65 ετών προς τον ενεργό πληθυσμό).
- Τον δείκτη γήρανσης, που παραμένει αυξητικός.
- Τον δείκτη γονιμότητας, ο οποίος στην Ελλάδα βρίσκεται κάτω από το όριο αναπλήρωσης του πληθυσμού (2,1 παιδιά ανά γυναίκα).
Επόμενα βήματα
Η νέα ημερομηνία επανεξέτασης, το 2029, θα αποτελέσει το σημείο-κλειδί για το μέλλον των συνταξιοδοτικών ορίων. Μέχρι τότε, καμία αλλαγή δεν πρόκειται να εφαρμοστεί, γεγονός που σταθεροποιεί τον προγραμματισμό των ασφαλισμένων και περιορίζει τις πιέσεις προς τον ΕΦΚΑ.
Όπως σχολιάζουν κύκλοι του υπουργείου Εργασίας, «το σύστημα χρειάζεται προβλεψιμότητα και ισορροπία – όχι πανικό». Έτσι, οι επόμενες τέσσερις έως πέντε χρονιές θεωρούνται «περίοδος σταθερότητας» για το ασφαλιστικό, χωρίς αιφνίδιες μεταβολές στα όρια ηλικίας.