Tα φάρμακα τύπου Ozempic μπορούν να καταπολεμήσουν και το Αλτσχάιμερ
Τα γνωστά φάρμακα για διαβήτη και παχυσαρκία εξετάζονται πλέον ως πιθανή άμυνα απέναντι στη νόσο Αλτσχάιμερ.
Τα φάρμακα τύπου Ozempic, που έγιναν γνωστά τα τελευταία χρόνια για τη θεραπεία του διαβήτη τύπου 2 και της παχυσαρκία, όπως η σεμαγλουτίδη και η λιραγλουτίδη, φαίνεται να μειώνουν σταθερά βασικά χαρακτηριστικά της νόσου Αλτσχάιμερ σε πειραματόζωα.
Η νόσος Αλτσχάιμερ αποτελεί τη συχνότερη μορφή άνοιας παγκοσμίως και ο αριθμός των περιστατικών αυξάνεται συνεχώς, καθώς ο πληθυσμός γερνά. Παρά την εντατική έρευνα των τελευταίων δεκαετιών, οι διαθέσιμες θεραπείες έχουν περιορισμένη αποτελεσματικότητα και δεν μπορούν να αναστρέψουν την πορεία της νόσου. Αυτό έχει οδηγήσει τους επιστήμονες στην αναζήτηση νέων θεραπευτικών επιλογών, ακόμη και ανάμεσα σε φάρμακα που χρησιμοποιούνται ήδη για άλλες παθήσεις.
Γιατί οι επιστήμονες στράφηκαν στα φάρμακα GLP-1
Στο επίκεντρο της νέας μελέτης βρίσκονται τα ανάλογα GLP-1, μια κατηγορία φαρμάκων που χρησιμοποιείται ευρέως για τον διαβήτη τύπου 2 και την παχυσαρκία. Τα φάρμακα αυτά βοηθούν στον έλεγχο του σακχάρου και του βάρους, όμως τα τελευταία χρόνια έχει διαπιστωθεί ότι οι αντίστοιχοι υποδοχείς υπάρχουν και σε περιοχές του εγκεφάλου που σχετίζονται με τη μνήμη και τη μάθηση. Αυτό δημιούργησε την υπόθεση ότι μπορεί να έχουν και νευροπροστατευτική δράση.
Η ανασκόπηση συγκέντρωσε όλες τις διαθέσιμες μελέτες που είχαν εξετάσει τέσσερα γνωστά φάρμακα της κατηγορίας: λιραγλουτίδη, σεμαγλουτίδη, εξενατίδη και δουλαγλουτίδη. Οι ερευνητές αναζήτησαν δημοσιευμένες εργασίες στις μεγαλύτερες επιστημονικές βάσεις δεδομένων και τελικά συμπεριέλαβαν 32 μελέτες. Οι περισσότερες είχαν γίνει σε κύτταρα ή πειραματόζωα, ενώ μόνο δύο είχαν πραγματοποιηθεί σε ανθρώπους με Αλτσχάιμερ ή ήπια γνωστική διαταραχή.
Τι έδειξαν οι μελέτες σε ζώα και τι στους ανθρώπους
Οι επιστήμονες επικεντρώθηκαν σε δύο βασικά χαρακτηριστικά της νόσου: τις πλάκες β-αμυλοειδούς και την παθολογική συσσώρευση της πρωτεΐνης tau. Και οι δύο αυτές αλλοιώσεις εμφανίζονται στον εγκέφαλο χρόνια πριν εκδηλωθούν τα συμπτώματα και θεωρούνται κεντρικά στοιχεία της εξέλιξης της νόσου.
Τα αποτελέσματα ήταν εντυπωσιακά. Στις περισσότερες μελέτες τα φάρμακα μείωσαν την ποσότητα του β-αμυλοειδούς και της παθολογικής tau, ενώ σε αρκετές περιπτώσεις βελτίωσαν και την απόδοση των ζώων σε δοκιμασίες μνήμης. Η λιραγλουτίδη ήταν το φάρμακο με τα ισχυρότερα και πιο συνεπή αποτελέσματα, καθώς σχεδόν όλες οι σχετικές μελέτες έδειξαν μείωση των παθολογικών δεικτών. Θετικά ευρήματα καταγράφηκαν επίσης για τη δουλαγλουτίδη, τη σεμαγλουτίδη και την εξενατίδη, αν και ο αριθμός των διαθέσιμων μελετών ήταν μικρότερος.
Ωστόσο, η εικόνα αλλάζει, όταν εξεταστούν οι μελέτες σε ανθρώπους. Στη μία κλινική δοκιμή η λιραγλουτίδη δεν μείωσε το φορτίο β-αμυλοειδούς ούτε βελτίωσε τις γνωστικές λειτουργίες των ασθενών, αν και φάνηκε να διατηρεί καλύτερα τον μεταβολισμό της γλυκόζης στον εγκέφαλο. Στη δεύτερη δοκιμή, με εξενατίδη, παρατηρήθηκε μια βελτίωση σε ορισμένους βιολογικούς δείκτες, αλλά όχι σαφές όφελος στη μνήμη ή στη συνολική γνωστική κατάσταση των συμμετεχόντων.
Οι συγγραφείς της ανασκόπησης επισημαίνουν ότι η αντίφαση αυτή δεν είναι απαραίτητα απογοητευτική. Τα πειραματικά μοντέλα δεν αναπαράγουν πλήρως την ανθρώπινη νόσο, ενώ οι κλινικές μελέτες που υπάρχουν μέχρι σήμερα ήταν μικρές και περιλάμβαναν σχετικά λίγους ασθενείς. Επιπλέον, είναι πιθανό τα φάρμακα να είναι πιο αποτελεσματικά, όταν χορηγούνται πολύ πριν εμφανιστούν τα συμπτώματα, σε μια φάση όπου οι παθολογικές αλλαγές έχουν ήδη ξεκινήσει αλλά δεν έχουν προκαλέσει ακόμη εκτεταμένη βλάβη στον εγκέφαλο.
Ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι μεγάλες επιδημιολογικές μελέτες σε άτομα με διαβήτη έχουν δείξει πως όσοι λαμβάνουν αγωνιστές GLP-1 εμφανίζουν μικρότερη πιθανότητα να διαγνωστούν αργότερα με Αλτσχάιμερ σε σύγκριση με όσους παίρνουν άλλα αντιδιαβητικά φάρμακα. Αν και αυτές οι μελέτες δεν αποδεικνύουν αιτιώδη σχέση, ενισχύουν την ιδέα ότι η συγκεκριμένη κατηγορία φαρμάκων μπορεί να έχει προληπτική δράση.
Το επόμενο βήμα: μεγάλες κλινικές δοκιμές πριν από οριστικά συμπεράσματα
Το σημαντικότερο συμπέρασμα της μελέτης είναι ότι τα φάρμακα GLP-1 φαίνεται να επηρεάζουν θετικά τους βιολογικούς μηχανισμούς της νόσου Αλτσχάιμερ στα προκλινικά μοντέλα, όμως η αποτελεσματικότητά τους στους ανθρώπους δεν έχει ακόμη αποδειχθεί. Οι συγγραφείς τονίζουν ότι απαιτούνται μεγάλες κλινικές δοκιμές, ιδιαίτερα σε άτομα που βρίσκονται στα πρώτα στάδια της νόσου ή ακόμη και πριν εμφανιστούν συμπτώματα, ώστε να διαπιστωθεί αν αυτά τα φάρμακα μπορούν πραγματικά να καθυστερήσουν ή να προλάβουν την εξέλιξη του Αλτσχάιμερ.