Ο πολύς ύπνος ίσως αποτελεί πρώιμο σημάδι Αλτσχάιμερ
Οι πολλές ώρες ύπνου δεν φαίνεται να προστατεύουν πάντα τον εγκέφαλο και ίσως αποτελούν πρώιμη ένδειξη αλλαγών.
Ο ύπνος θεωρείται εδώ και χρόνια ένας από τους σημαντικούς παράγοντες που επηρεάζουν την υγεία του εγκεφάλου. Τώρα, νέα επιστημονική μελέτη δείχνει ότι δεν έχει σημασία μόνο το να κοιμόμαστε αρκετά, αλλά ίσως και το πόσο κοιμόμαστε. Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι η διάρκεια ύπνου μεγαλύτερη από περίπου 8,5 ώρες τη νύχτα συνδέεται με αυξημένα επίπεδα μιας πρωτεΐνης στο αίμα που σχετίζεται με τις αλλαγές στον εγκέφαλο οι οποίες εμφανίζονται στη νόσο Αλτσχάιμερ.
Η μελέτη που βασίστηκε σε δεδομένα από περισσότερους από 2.400 ανθρώπους, δεν αποδεικνύει ότι ο πολύς ύπνος προκαλεί τη νόσο. Ωστόσο, δείχνει ότι η παρατεταμένη διάρκεια ύπνου μπορεί να αποτελεί ένα πρώιμο σημάδι ότι κάτι αλλάζει στον εγκέφαλο ή στον οργανισμό και χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση.
Η άνοια επηρεάζει σήμερα δεκάδες εκατομμύρια ανθρώπους παγκοσμίως, με τη νόσο Αλτσχάιμερ να αποτελεί την πιο συχνή μορφή της. Για τον λόγο αυτό, οι επιστήμονες αναζητούν παράγοντες που μπορούν να βοηθήσουν στην έγκαιρη αναγνώριση των ατόμων που ενδέχεται να βρίσκονται σε αυξημένο κίνδυνο.
Ο ύπνος βρίσκεται στο επίκεντρο αυτής της έρευνας, καθώς φαίνεται ότι υπάρχει μια πολύπλοκη σχέση ανάμεσα στον ύπνο και την υγεία του εγκεφάλου. Από τη μία πλευρά, ο καλός ύπνος βοηθά τον εγκέφαλο να απομακρύνει ουσίες που συσσωρεύονται κατά τη διάρκεια της ημέρας, όπως οι πρωτεΐνες β-αμυλοειδές και ταυ, οι οποίες συνδέονται με τη νόσο Αλτσχάιμερ. Από την άλλη, οι πρώιμες αλλαγές που προκαλεί η νευροεκφύλιση μπορεί οι ίδιες να επηρεάζουν τα κέντρα του εγκεφάλου που ρυθμίζουν τον ύπνο.
Η μελέτη σε περισσότερους από 2.400 ανθρώπους και η αναζήτηση κρυφών σημάτων στον ύπνο
Η ερευνητική ομάδα χρησιμοποίησε στοιχεία από τη μεγάλη και μακροχρόνια μελέτη Framingham Heart Study, η οποία παρακολουθεί την υγεία χιλιάδων ανθρώπων εδώ και δεκαετίες. Οι συμμετέχοντες ανέφεραν πόσες ώρες κοιμούνταν κάθε βράδυ και οι ερευνητές εξέτασαν παράλληλα τέσσερις διαφορετικούς δείκτες στο αίμα που σχετίζονται με τη λειτουργία του εγκεφάλου και τη νευροεκφύλιση. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον είχε ένας δείκτης που ονομάζεται p-tau181. Πρόκειται για μια μορφή της πρωτεΐνης ταυ που θεωρείται πιο συγκεκριμένη ένδειξη των διεργασιών που σχετίζονται με το Αλτσχάιμερ.
Οι επιστήμονες χρησιμοποίησαν ειδικά στατιστικά μοντέλα που τους επέτρεψαν να εξετάσουν αν η σχέση ανάμεσα στον ύπνο και στους βιοδείκτες ήταν απλή ή αν υπήρχαν πιο σύνθετα μοτίβα. Αυτό ήταν σημαντικό, καθώς προηγούμενες μελέτες συχνά χώριζαν τους ανθρώπους μόνο σε ομάδες, όπως «λίγος ύπνος», «φυσιολογικός ύπνος» και «πολύς ύπνος», χάνοντας πιθανές λεπτομέρειες.
Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι η σχέση δεν ήταν γραμμική, που σημαίνει πως δεν αυξάνονταν οι δείκτες κινδύνου όσο περισσότερες ή λιγότερες ώρες κοιμόταν κάποιος. Αντίθετα, οι χαμηλότερες τιμές του p-tau181 εμφανίστηκαν σε όσους κοιμούνταν περίπου 7 έως 8 ώρες τη νύχτα. Μετά τις 8,5 ώρες ύπνου, τα επίπεδα άρχισαν να αυξάνονται, με την αύξηση να γίνεται πιο εμφανής σε όσους ανέφεραν πάνω από 10 ώρες ύπνου.
Γιατί οι πολλές ώρες ύπνου μπορεί να μην είναι πάντα καλό σημάδι
Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι ο παρατεταμένος ύπνος δεν σημαίνει απαραίτητα ότι κάποιος κοιμάται καλύτερα. Σε αρκετές περιπτώσεις, οι πολλές ώρες στο κρεβάτι μπορεί να αντικατοπτρίζουν κακής ποιότητας ύπνο, συχνές αφυπνίσεις ή μειωμένο βαθύ ύπνο. Ένα άτομο μπορεί δηλαδή να περνά πολλές ώρες στο κρεβάτι, αλλά ο ύπνος του να μην είναι πραγματικά αναζωογονητικός. Αυτό έχει σημασία, καθώς ο βαθύς ύπνος φαίνεται να παίζει σημαντικό ρόλο στην απομάκρυνση ουσιών που συνδέονται με τη συσσώρευση πρωτεϊνών στον εγκέφαλο.
Οι επιστήμονες αναφέρουν επίσης μια δεύτερη πιθανή εξήγηση: ο αυξημένος χρόνος ύπνου μπορεί σε ορισμένες περιπτώσεις να αποτελεί αποτέλεσμα πολύ πρώιμων αλλαγών στον εγκέφαλο, πριν εμφανιστούν εμφανή προβλήματα μνήμης ή σκέψης. Ενδιαφέρον είναι ότι η σχέση αυτή παρέμεινε ακόμη και όταν οι ερευνητές έλαβαν υπόψη π.χ. την ηλικία ή το φύλο, τη γενετική προδιάθεση για Αλτσχάιμερ, την υπνική άπνοια, την κατάθλιψη και τη λειτουργία των νεφρών.
Η αξία της μελέτης του ύπνου για την αντιμετώπιση του Αλτσχάιμερ – Τα επόμενα βήματα
Η μελέτη έχει ορισμένους περιορισμούς. Οι ώρες ύπνου βασίστηκαν σε αναφορές των ίδιων των συμμετεχόντων και δεν καταγράφηκαν με ειδικές συσκευές που μετρούν με ακρίβεια την ποιότητα και τα στάδια του ύπνου. Επιπλέον, επειδή η έρευνα εξέτασε τους ανθρώπους σε μία χρονική στιγμή, δεν μπορεί να απαντήσει αν ο πολύς ύπνος οδηγεί σε αλλαγές στον εγκέφαλο ή αν οι πρώιμες αλλαγές στον εγκέφαλο προκαλούν μεγαλύτερη ανάγκη για ύπνο.
Παρόλα αυτά, οι επιστήμονες θεωρούν ότι τα ευρήματα ανοίγουν έναν νέο δρόμο έρευνας. Ο ύπνος ίσως στο μέλλον αποτελέσει ένα ακόμη στοιχείο που θα βοηθά τους γιατρούς να εντοπίζουν ανθρώπους με αυξημένο κίνδυνο για νευροεκφυλιστικές ασθένειες.
Το βασικό μήνυμα της μελέτης δεν είναι ότι όσοι κοιμούνται πολλές ώρες έχουν ή θα εμφανίσουν τη νόσο Αλτσχάιμερ. Οι ερευνητές τονίζουν ότι απαιτούνται μεγαλύτερες και μακροχρόνιες μελέτες για να ξεκαθαριστεί η σχέση. Ωστόσο, τα νέα δεδομένα δείχνουν ότι η διάρκεια του ύπνου μπορεί να αποτελεί ένα ενδιαφέρον «παράθυρο» προς την κατάσταση του εγκεφάλου και ότι οι αλλαγές στις συνήθειες ύπνου ίσως αξίζουν μεγαλύτερη προσοχή, ιδιαίτερα σε μεγαλύτερες ηλικίες.