Τα ρομπότ και η τεχνητή νοημοσύνη επηρεάζουν τις ανθρώπινες σχέσεις
Νέα μελέτη δείχνει ότι ένα ρομπότ μπορεί να ενισχύσει ή να χαλάσει τις σχέσεις ανάμεσα σε ανθρώπους.
Καθώς η τεχνητή νοημοσύνη και τα ρομπότ μπαίνουν όλο και περισσότερο στην καθημερινότητά μας, οι επιστήμονες προσπαθούν να καταλάβουν όχι μόνο πώς μας βοηθούν στην παραγωγή ή στη λήψη αποφάσεων, αλλά και πώς επηρεάζουν τις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων που συνεργάζονται μαζί τους.
Μια νέα μελέτη που δημοσιεύεται στο περιοδικό Computers in Human Behavior δείχνει ότι η συμπεριφορά ενός ρομπότ μπορεί να καθορίσει αν δύο άνθρωποι θα νιώσουν πιο κοντά ο ένας στον άλλον ή αν θα απομακρυνθούν συναισθηματικά.
Όπως διαβάζουμε στο PsyPost, οι ερευνητές σχεδίασαν δύο πειράματα στα οποία οι συμμετέχοντες ήταν ξένοι μεταξύ τους και έπρεπε να συνεργαστούν για να απαντήσουν σε προσωπικές ερωτήσεις και να καταλήξουν σε κοινή άποψη. Το καθοριστικό στοιχείο ήταν ότι σε αυτή τη διαδικασία παρενέβαινε ένα ρομπότ, το οποίο είτε επιδοκιμαζε είτε αμφισβητούσε τις απαντήσεις, άλλοτε μιλώντας και χειρονομώντας όπως ένας άνθρωπος και άλλοτε με πολύ απλές κινήσεις, χωρίς φωνή και χωρίς ανθρώπινα χαρακτηριστικά. Η βασική υπόθεση των επιστημόνων ήταν ότι ο τρόπος με τον οποίο το ρομπότ εκφράζει συμφωνία ή διαφωνία, καθώς και το αν αντιμετωπίζει τους ανθρώπους ισότιμα ή μεροληπτικά, μπορεί να μεταβάλει την ψυχολογική σύνδεση μεταξύ τους.
Όταν το ρομπότ μοιάζει με άνθρωπο, η κριτική επηρεάζει περισσότερο
Στην πρώτη δοκιμή χρησιμοποιήθηκε ένα αρκετά «ανθρωπόμορφο» ρομπότ, το οποίο μιλούσε, έγνεφε, έδειχνε αντιδράσεις και σχολίαζε με ολοένα πιο έντονο τρόπο όταν διαφωνούσε. Εκεί οι συμμετέχοντες ένιωθαν μεγαλύτερη οικειότητα μεταξύ τους όταν το ρομπότ έδειχνε θετική στάση. Αντίθετα, όταν το ρομπότ ήταν επικριτικό και εξέφραζε έντονη διαφωνία, οι άνθρωποι απομακρύνονταν συναισθηματικά μεταξύ τους. Ακόμη κι αν το ρομπότ αντιμετώπιζε και τους δύο με τον ίδιο τρόπο, η αρνητική του στάση αρκούσε για να δημιουργήσει μια δυσάρεστη ατμόσφαιρα. Φάνηκε δηλαδή ότι το ύφος, η ένταση και ο ανθρωπομορφισμός της μηχανής είχαν καθοριστική σημασία.
Όσο πιο απλό το ρομπότ, τόσο πιο πολύ μετράει η δικαιοσύνη
Στο δεύτερο πείραμα, το οποίο πραγματοποιήθηκε με ένα ρομπότ που έμοιαζε περισσότερο με επιτραπέζια λάμπα παρά με άνθρωπο, η εικόνα ήταν διαφορετική. Εδώ το ρομπότ δεν μιλούσε και περιοριζόταν σε ελάχιστες κινήσεις για να δείξει συμφωνία ή διαφωνία. Σε αυτή την περίπτωση, αυτό που καθόρισε το πόσο κοντά ή μακριά ένιωθαν οι συμμετέχοντες ήταν το αν το ρομπότ τους αντιμετώπιζε ισότιμα. Όταν συμφωνούσε ή διαφωνούσε και με τους δύο, οι άνθρωποι ένιωθαν μεγαλύτερη σύνδεση μεταξύ τους. Ακόμη πιο εντυπωσιακό είναι ότι όταν το ρομπότ «πήγαινε κόντρα» και στους δύο, εκείνοι ένιωθαν μάλιστα μεγαλύτερη αλληλεγγύη, σαν να τους ένωνε ένας κοινός «αντίπαλος». Αντίθετα, όταν το ρομπότ στήριζε μόνο τον έναν από τους δύο, αυτό αρκούσε για να δημιουργηθεί απόσταση.
Το ενδιαφέρον συμπέρασμα είναι πως η ανθρώπινη αντίδραση σε ρομπότ δεν είναι ενιαία. Σε ρομπότ που μοιάζουν πιο ανθρώπινα, η αρνητική συμπεριφορά γίνεται πιο έντονα αντιληπτή και μπορεί να «χαλάσει» τη δυναμική ανάμεσα στους ανθρώπους. Όμως όταν η μηχανή δεν έχει ανθρώπινα χαρακτηριστικά και οι χειρονομίες της δεν μεταφέρουν συναίσθημα, οι άνθρωποι φαίνεται να επηρεάζονται περισσότερο από το πόσο δίκαιο ή άδικο θεωρούν το ρομπότ, παρά από το περιεχόμενο της «κρίσης» του.
Παρά το γεγονός ότι το ρομπότ συμμετείχε στη διαδικασία λήψης απόφασης, δεν βρέθηκε ουσιαστική επίδραση στις τελικές επιλογές των συμμετεχόντων. Οι αποφάσεις τους προέκυψαν κυρίως από τον διάλογο μεταξύ τους. Η επιρροή του ρομπότ περιορίστηκε στο συναισθηματικό κλίμα και στον τρόπο που οι δύο άνθρωποι ένιωσαν ο ένας για τον άλλον, γεγονός που δείχνει πόσο δυσδιάκριτη μπορεί να είναι η γραμμή ανάμεσα στην τεχνολογία ως εργαλείο και στην τεχνολογία ως «κοινωνικό παράγοντα».