Ανάλυση Guardian: Πώς ο πόλεμος μπορεί να αλλάξει όλα όσα ξέραμε στις πτήσεις και τα ταξίδια
Η ενεργειακή κρίση έχει αρχίσει να επηρεάζει αερομεταφορές, τουρισμό, εφοδιαστικές αλυσίδες και τιμές σε ολόκληρη την παγκόσμια οικονομία.
Το ερώτημα ακούγεται ακραίο, αλλά πλέον δεν θεωρείται αδιανόητο. Τι θα συμβεί αν ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή παραταθεί και οι αεροπορικές εταιρείες αρχίσουν να αντιμετωπίζουν σοβαρές ελλείψεις σε καύσιμα αεροσκαφών;
Το παγκόσμιο αεροπορικό σύστημα έχει περάσει πολλά τα τελευταία χρόνια -από την πανδημία του κορονοϊού έως το ηφαιστειακό σύννεφο της Ισλανδίας το 2010- αλλά μια παρατεταμένη, διεθνής διαταραχή λόγω έλλειψης σε καύσιμα θα ήταν κάτι διαφορετικό: ένα σοκ που θα επηρέαζε ταυτόχρονα αερομεταφορές, τουρισμό, εφοδιαστικές αλυσίδες και τιμές σε ολόκληρη την παγκόσμια οικονομία.
Όπως σημειώνει εκτενής ανάλυση του Guardian, η βασική ανησυχία δεν είναι ότι ο κόσμος «θα μείνει ξαφνικά χωρίς πετρέλαιο». Οι ειδικοί εξηγούν ότι η παγκόσμια παραγωγή πετρελαίου και τα εναλλακτικά δίκτυα μεταφοράς προσφέρουν ακόμη περιθώρια προσαρμογής. Όμως το πρόβλημα ξεκινά πολύ νωρίτερα από την πλήρη έλλειψη: όταν η ροή μειώνεται, τα αποθέματα πιέζονται και η τιμή του καύσιμου εκτοξεύεται. Στην Ευρώπη, η κατάσταση είναι ιδιαίτερα ευαίσθητη, καθώς μεγάλο μέρος των αεροπορικών καυσίμων επηρεάζεται από τις ροές μέσω της Μέσης Ανατολής, ενώ η βρετανική κυβέρνηση έχει ήδη ζητήσει από τα διυλιστήρια να μεγιστοποιήσουν την παραγωγή καυσίμων για να αποφευχθούν ακινητοποιήσεις αεροσκαφών.
Τα πρώτα σημάδια έχουν ήδη εμφανιστεί. Η Lufthansa έχει ανακοινώσει περικοπές χωρητικότητας και σχέδια μείωσης έως και 20.000 πτήσεων μικρών αποστάσεων, ενώ το Reuters μετέδωσε ότι και άλλες εταιρείες προχωρούν είτε σε αυξήσεις εισιτηρίων είτε σε αναπροσαρμογή του προγραμματισμού τους λόγω του κόστους καυσίμων. Την ίδια στιγμή, η ITA Airways δήλωσε ότι δεν θα κόψει πτήσεις, αλλά θα αυξήσει τις τιμές των εισιτηρίων κατά 5% έως 10%, ακριβώς επειδή η τιμή των καυσίμων έχει ήδη διπλασιαστεί σε σχέση με τα προ κρίσης επίπεδα.
Προβληματισμός στους ταξιδιώτες
Η εικόνα αυτή αρχίζει να αλλάζει και τη συμπεριφορά των ταξιδιωτών. Παράγοντες της τουριστικής αγοράς καταγράφουν μεγαλύτερη επιφυλακτικότητα στις κρατήσεις, ειδικά για πιο σύνθετα ή μακρινά δρομολόγια. Οι μικρότερες γραμμές θεωρούνται πιο ευάλωτες σε ακυρώσεις, ενώ τα μεγαλύτερα αεροδρόμια και οι βασικοί ταξιδιωτικοί κόμβοι εμφανίζονται πιο προστατευμένοι, επειδή οι αεροπορικές τείνουν να διαφυλάσσουν πρώτα τα κερδοφόρα και κεντρικά τους δίκτυα. Αυτό σημαίνει ότι, αν η κρίση παραταθεί, οι πρώτες πιέσεις ενδέχεται να φανούν όχι στα μεγάλα διατλαντικά δρομολόγια, αλλά σε περιφερειακές και χαμηλότερης ζήτησης πτήσεις.
Το ζήτημα, βέβαια, δεν αφορά μόνο τις διακοπές. Η αεροπορία αποτελεί έναν κρίσιμο κρίκο της παγκόσμιας οικονομίας και των εφοδιαστικών αλυσίδων. Όταν τα αεροπορικά καύσιμα ακριβαίνουν, το κόστος δεν μεταφέρεται μόνο στο εισιτήριο, αλλά και στις μεταφορές εμπορευμάτων, στις τιμές υπηρεσιών, στις αλυσίδες τροφοδοσίας και τελικά στον πληθωρισμό. Το ΔΝΤ έχει ήδη προειδοποιήσει ότι ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή αυξάνει το κόστος ενέργειας, πετροχημικών και λιπασμάτων, επιβαρύνοντας ιδιαίτερα τις φτωχότερες χώρες.
Το πιο ανησυχητικό είναι ότι η κρίση στα καύσιμα αεροσκαφών μπορεί να λειτουργήσει ως προειδοποιητικό σήμα για κάτι ακόμη μεγαλύτερο. Αν τα αεροπορικά καύσιμα είναι από τα πρώτα προϊόντα που πιέζονται έντονα, ακολουθούν συνήθως και άλλα κρίσιμα πετρελαϊκά παράγωγα, όπως το ντίζελ, που επηρεάζει φορτηγά, γεωργία και εφοδιασμό τροφίμων. Με απλά λόγια, μια αεροπορική κρίση μπορεί να είναι μόνο η αρχή ενός ευρύτερου ενεργειακού σοκ.
Μπορεί η κρίση να φέρει αλλαγή προς το καλύτερο;
Κι όμως, μέσα σε αυτή τη δύσκολη εικόνα, αρκετοί ειδικοί βλέπουν και έναν πιθανό καταλύτη αλλαγής. Η ακριβή ενέργεια και η αβεβαιότητα γύρω από τα ορυκτά καύσιμα ενισχύουν την πίεση για πιο αποδοτικά αεροσκάφη, για νέα καύσιμα και για ταχύτερη μετάβαση σε καθαρότερες τεχνολογίες. Οι τεχνικές λύσεις υπάρχουν ήδη σε θεωρητικό επίπεδο: από τα συνθετικά καύσιμα έως την καύση υδρογόνου. Το πρόβλημα δεν είναι τόσο η επιστημονική αρχή όσο το τεράστιο κόστος, η έλλειψη μαζικής υποδομής και το γεγονός ότι ολόκληρη η αεροπορική βιομηχανία έχει χτιστεί εδώ και έναν αιώνα πάνω στις ιδιότητες της κηροζίνης.
Σε αυτό προστίθεται και μια παλιά δομική στρέβλωση: τα αεροπορικά καύσιμα παραμένουν σε μεγάλο βαθμό ευνοημένα φορολογικά σε διεθνές επίπεδο, γεγονός που δυσκολεύει τον ανταγωνισμό των εναλλακτικών τεχνολογιών. Έτσι, ακόμη και όταν η καινοτομία υπάρχει, η μετάβαση καθυστερεί, επειδή το υφιστάμενο μοντέλο εξακολουθεί να είναι οικονομικά πιο βολικό - μέχρι να έρθει μια κρίση που να το αμφισβητήσει (βίαια).
Το τελικό συμπέρασμα είναι διπλό. Πρώτον, οι πτήσεις δεν πρόκειται να σταματήσουν από τη μια μέρα στην άλλη επειδή «τελείωσε» το καύσιμο. Δεύτερον, αν η κρίση παραταθεί, το αεροπορικό ταξίδι θα γίνει ακριβότερο, πιο ασταθές και πιθανόν πιο άνισα προσβάσιμο.
Για ορισμένους αυτό ίσως σημαίνει απλώς ακριβότερες καλοκαιρινές διακοπές. Για άλλους, ειδικά σε πιο ευάλωτες οικονομίες, σημαίνει ακριβότερη ενέργεια, ακριβότερα τρόφιμα και μεγαλύτερη πίεση στο εισόδημα. Και ίσως, τελικά, αυτός να είναι ο τρόπος με τον οποίο ιστορικά αλλάζουν οι ενεργειακές εποχές: όχι επειδή εξαντλείται ξαφνικά το παλιό σύστημα, αλλά επειδή μια κρίση κάνει το επόμενο να μοιάζει αναπόφευκτο.