Μόναχο, Μάρτιος 1994. Ένας αδύνατος γαλαζομάτης που ποτέ δεν βρήκε ακριβώς τη θέση που οραματιζόταν σε αυτή τη ζωή, σφίγγει την κιθάρα του σαν η ζωή του να εξαρτάται από την κάθε χορδή. Μέσα στη φωνή του υπάρχει μια αλήθεια που σε χτυπάει κατευθείαν στο στομάχι. Δεν ήταν μόνο η μουσική.
Ήταν η αδυσώπητη ένταση της ύπαρξής του, η αγάπη δοσμένη μέσα από το μίσος. Ήταν η τελευταία ζωντανή εμφάνιση του Kurt Cobain αφού μερικές εβδομάδες μετά (5 Απριλίου 1994) θα έδινε τραγικά τέλος στη ζωή του, σε ηλικία μόλις 27 ετών.
Η πρώτη ωδή στο μίσος
Η ζωή του Cobain είχε όλα τα συστατικά μιας τραγωδίας από την παιδική του ηλικία: διαζύγια, μετακομίσεις, ένα παιδί που το ανάγκασαν να γράφει με το δεξί ενώ ήταν αριστερόχειρας, ψυχικές ασθένειες, ναρκωτικά από τα μικράτα του. Στο Aberdeen, μια μικρή πόλη ξυλοκόπων της Washington, οι οικογενειακές συγκρούσεις έγιναν η πρώτη αφορμή για να γράψει: «Μισώ τη μαμά, μισώ τον μπαμπά, ο μπαμπάς μισεί τη μαμά, η μαμά μισεί τον μπαμπά· απλώς σε κάνει να θέλεις να είσαι λυπημένος». Δεν ήταν το πρώτο του τραγούδι, αλλά σκόρπια λόγια στον τοίχο του δωματίου του. Απόδειξη ότι η μοναξιά και η οργή μπορούν να γίνουν κάτι χρήσιμο.
Η ψυχολογική και συναισθηματική κακουχία τον έκανε σοφό και κυνικό παρά την αθωότητα της νιότης. Η μουσική των Nirvana, που κατά βάση ήταν η δική του μουσική, δεν ήταν απλώς μια συλλογή ήχων, ήταν ένα πυκνό και υπνωτικό μείγμα πόνου και οργής, δοσμένο με τα πιο άγρια riff στην κιθάρα.
Και παρόλο που τα ναρκωτικά κυριάρχησαν στη ζωή του και ίσως τον οδήγησαν στην αυτοκτονία, η ενέργεια που έβγαζε στη σκηνή ήταν αναζωογονητική. Με τον δικό του τρόπο, αναγέννησε τη ροκ μουσική και της έδωσε μια δεκαετία στο προσκήνιο (MTV, περιοδικά, μόδα, τέχνη). Ήταν ο ηγέτης μιας γενιάς που χρειαζόταν κάτι αληθινό.
Η ανάγκη για εξερεύνηση
Η σχέση του με τη ζωή, όσο κράτησε, ήταν πάντα ενός είδους εξερεύνηση. Μπορούσε να φοράει τα ρούχα της Courtney Love, να αυτοσαρκάζεται, να υποδύεται τον ρόλο της «παρεξηγημένης ευφυΐας» που όλοι ήθελαν να δουν στη σκηνή, να σκορπάει εκατοντάδες χιλιάδες δολάρια χωρίς λόγο. Σιχαινόταν τον πλούτο, αλλά ο πλούτος τον είχε ήδη βρει.
Ο Cobain ήταν παντού στα media, αλλά ταυτόχρονα τα έβλεπε σαν εχθρούς· δεν ήθελε να γίνει φωνή της Generation X, το γνώριζε και το σάρκαζε με κάθε ευκαιρία. Όπως και πολλά σχήματα των 90s, βρέθηκε σε έναν κυκεώνα δημοσιότητας, να παίζει σε sold out γήπεδα ποδοσφαίρου σε όλο τον κόσμο, να δουλεύει ασταμάτητα παίζοντας, γράφοντας και ταξιδεύοντας.
Η δημιουργικότητά του φάνηκε από νωρίς. Στο μάθημα των καλλιτεχνικών, στη βιβλιοθήκη του σχολείου, σε σχέδια που ακόμα και οι δάσκαλοί του θυμούνται για την πρωτοτυπία τους, όπως ένα συγκεκριμένο που έδειχνε τη μεταμόρφωση ενός σπέρματος σε έμβρυο σε δώδεκα στάδια. Ήταν αυτή η εμμονή με τη γέννηση, τη ζωή και τη μεταμόρφωση που αργότερα θα έδινε τόσο βάθος στα τραγούδια του. Η τέχνη, η μουσική και η ποίηση του Cobain ήταν μια πραγματεία του εαυτού του, μια καταγραφή της μοναξιάς και της αδυναμίας, των ονείρων που διαλύονται μπροστά σε έναν κόσμο που δεν δείχνει οίκτο.
Το δικό του «χαρμάνι»
Μιλώντας καθαρά μουσικά, με τους Novoselic και Grohl, ο Cobain δημιούργησε τον ήχο που θα γινόταν η καρδιά του grunge: μια έκρηξη από punk, metal και pop, οργή και μελωδία σε ένα χάος που ήταν συγχρόνως εκλεπτυσμένο και ωμό. Κάθε τραγούδι ήταν σαν να πετούσε ένα κομμάτι του εαυτού του στους ακροατές· κάθε φράση, κάθε κραυγή ήταν μια ανοιχτή πληγή.
Για να δεις ένα live του Cobain έπρεπε να πάρεις ένα ρίσκο: η ενέργεια, η αθωότητα και η καταστροφή συνυπήρχαν σε κάθε νότα, αλλά δεν ήξερες αν ο Cobain θα παίξει ή αν θα εμφανιστεί σαν τη μαϊμού που την αναγκάζουν να χορέψει. Όταν τραγουδούσε, «I'm not like them, but I can pretend», δεν έκανε διαπίστωση, σε προσκαλούσε να αναγνωρίσεις τον εαυτό σου μέσα στην ανασφάλεια, την οργή, την αμφιβολία.
Ο Cobain ήταν επίσης βαθιά ειρωνικός. Ήξερε ότι η εμπορευματοποίηση της Gen X ήταν ένα παιχνίδι· ότι τα flannel shirts που έγιναν σύμβολο του κινήματος βρήκαν το δρόμο τους προς τα ατελιέ των σχεδιαστών μόδας. O Cobain αντιδρούσε στο hype και την εμπορευματοποίηση, γιατί το θεωρούσε αταίριαστο με το νόημα της μουσικής του.
Οι προσωπικές του μάχες με τα ναρκωτικά και τον πόνο δεν ήταν απλώς αυτοκαταστροφικές έξεις. Η χρόνια στομαχική πάθηση που τον ταλαιπωρούσε, τα διαλείμματα με ηρεμιστικά και αλκοόλ, ήταν τα εργαλεία με τα οποία προσπάθησε να ζήσει μέσα σε ένα σώμα που ποτέ δεν του φέρθηκε τίμια. Το τέλος του, τραγικό και βίαιο έχτισε τον μύθο του, αλλά η κληρονομιά του είναι η σκληρή ομορφιά της μοναξιάς και της ευαισθησίας, η ικανότητα ενός καλλιτέχνη να μετατρέπει τον πόνο σε τέχνη.
Αν κοιτάξεις πίσω, θα δεις ένα παιδί από ένα μικρό, ξεχασμένο μέρος που κατάφερε να δημιουργήσει έναν ήχο που άλλαξε τον κόσμο. Και όταν ακούς ξανά εκείνο το πρώτο riff από το "Smells Like Teen Spirit", ξέρεις ότι είναι η φωνή ενός ανθρώπου που κατάφερε να κάνει τη δική του αλήθεια, την αλήθεια μιας ολόκληρης γενιάς.