Η διαλειμματική νηστεία συμβάλλει και στη διατήρηση της απώλειας βάρους για έναν χρόνο
Η κατανάλωση τροφής μέσα σε 8 ώρες φαίνεται να περιορίζει την επαναπρόσληψη κιλών.
Η απώλεια βάρους αποτελεί συχνά το πρώτο βήμα μιας δύσκολης διαδρομής, καθώς για πολλούς ανθρώπους η μεγαλύτερη πρόκληση δεν είναι να χάσουν κιλά, αλλά να καταφέρουν να μην τα ξαναπάρουν. Μια νέα μελέτη δείχνει ότι μια συγκεκριμένη μορφή διαλειμματικής νηστείας, η οποία περιορίζει το χρονικό διάστημα μέσα στην ημέρα κατά το οποίο κάποιος τρώει, μπορεί να βοηθήσει στη διατήρηση της απώλειας βάρους ακόμη και έναν χρόνο μετά το τέλος της οργανωμένης παρέμβασης.
Η έρευνα, που δημοσιεύθηκε σε επιστημονικό περιοδικό και παρακολούθησε ενήλικες με υπερβάλλον βάρος ή παχυσαρκία, εξέτασε αν διαφορετικά ωράρια διατροφής μπορούν να προσφέρουν πιο σταθερά αποτελέσματα σε σύγκριση με τις συνηθισμένες διατροφικές συνήθειες. Η λεγόμενη διατροφή περιορισμένου χρόνου (time-restricted eating – TRE) αποτελεί μια μορφή διαλειμματικής νηστείας κατά την οποία το φαγητό καταναλώνεται μέσα σε ένα συγκεκριμένο χρονικό παράθυρο κάθε ημέρα. Στη συγκεκριμένη μελέτη οι συμμετέχοντες μπορούσαν να τρώνε για οκτώ ώρες ημερησίως και παρέμεναν νηστικοί το υπόλοιπο διάστημα. Δεν τους ζητήθηκε να μετρούν θερμίδες ούτε να ακολουθήσουν μια αυστηρή δίαιτα, αλλά να περιορίσουν το χρονικό διάστημα κατανάλωσης τροφής.
Η πρόκληση δεν είναι μόνο η απώλεια κιλών, αλλά η διατήρησή της
Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι η παχυσαρκία αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα δημόσιας υγείας παγκοσμίως. Παρότι πολλές παρεμβάσεις μπορούν να οδηγήσουν σε απώλεια βάρους, η διατήρηση του αποτελέσματος σε βάθος χρόνου παραμένει δύσκολη. Πολλοί άνθρωποι που αδυνατίζουν μέσω αλλαγών στη διατροφή και τον τρόπο ζωής καταλήγουν να ανακτούν τα κιλά που έχασαν μέσα στα επόμενα χρόνια. Στο πλαίσιο αυτό, στόχος της νέας μελέτης ήταν να διερευνήσει αν η διαλειμματική νηστεία μπορεί να αποτελέσει μια πιο βιώσιμη στρατηγική για τη μακροχρόνια διαχείριση του σωματικού βάρους.
Στη μελέτη συμμετείχαν 99 ενήλικες ηλικίας περίπου 50 ετών, με αυξημένο βάρος. Οι συμμετέχοντες χωρίστηκαν τυχαία σε τέσσερις ομάδες. Μία ομάδα συνέχισε τις συνηθισμένες διατροφικές της συνήθειες λαμβάνοντας παράλληλα συμβουλές για τη μεσογειακή διατροφή. Οι άλλες τρεις ομάδες ακολούθησαν για 12 εβδομάδες ένα πρόγραμμα περιορισμένου χρόνου φαγητού. Η πρώτη ομάδα έτρωγε μέσα σε ένα πρώιμο χρονικό παράθυρο, δηλαδή ξεκινούσε πριν από τις 10 το πρωί και ολοκλήρωνε το φαγητό της μέσα σε οκτώ ώρες. Η δεύτερη ομάδα ακολουθούσε ένα πιο αργό πρόγραμμα, ξεκινώντας μετά τη 1 το μεσημέρι. Η τρίτη ομάδα επέλεξε μόνη της το οκτάωρο κατά το οποίο θα έτρωγε. Οι ερευνητές παρακολούθησαν το βάρος, το λίπος και τη σύσταση του σώματος των συμμετεχόντων πριν, κατά τη διάρκεια της παρέμβασης και 12 μήνες μετά το τέλος της.
Τρία διαφορετικά ωράρια φαγητού δοκιμάστηκαν σε βάθος χρόνου
Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι όσοι είχαν ακολουθήσει διαλειμματική νηστεία διατήρησαν μεγαλύτερη απώλεια βάρους έναν χρόνο αργότερα σε σύγκριση με όσους δεν είχαν περιορίσει το χρονικό διάστημα φαγητού. Συγκεκριμένα, οι συμμετέχοντες που ακολουθούσαν το πρώιμο πρόγραμμα είχαν κατά μέσο όρο περίπου 2,6 κιλά λιγότερα σε σχέση με την ομάδα ελέγχου, ενώ όσοι ακολουθούσαν το πιο αργό πρόγραμμα είχαν περίπου 2,4 κιλά λιγότερα.
Οι ερευνητές διαπίστωσαν επίσης ότι η ομάδα που εντάχθηκε στο πρόγραμμα με οκτάωρο «παράθυρο» διατροφής που ξεκινούσε το πρωί διατήρησε μεγαλύτερη μείωση στο σωματικό λίπος. Το πιο αργό πρόγραμμα φάνηκε να σχετίζεται περισσότερο με αλλαγές στη συνολική άλιπη μάζα του σώματος, η οποία περιλαμβάνει μεταξύ άλλων και τους μυς.
Όταν οι τρεις ομάδες διαλειμματικής νηστείας εξετάστηκαν συνολικά, η εικόνα παρέμεινε θετική. Οι συμμετέχοντες είχαν κατά μέσο όρο μεγαλύτερη μείωση στο βάρος, στην περίμετρο της μέσης και στο σωματικό λίπος σε σύγκριση με την ομάδα που ακολούθησε μόνο τις γενικές διατροφικές οδηγίες. Ένα ενδιαφέρον εύρημα ήταν ότι το μεγαλύτερο μέρος της απώλειας βάρους σημειώθηκε στις πρώτες έξι εβδομάδες της παρέμβασης. Στη συνέχεια η απώλεια επιβραδύνθηκε, κάτι που οι επιστήμονες θεωρούν φυσιολογικό, καθώς το σώμα προσαρμόζεται στις αλλαγές.
Τα οφέλη παρέμειναν έναν χρόνο μετά το τέλος της παρέμβασης
Ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία της μελέτης είναι ότι μετά τις 12 εβδομάδες οι συμμετέχοντες δεν είχαν πλέον συγκεκριμένες οδηγίες να συνεχίσουν τη διαλειμματική νηστεία. Οι ερευνητές απλώς παρακολούθησαν τι συνέβη στην καθημερινή τους ζωή. Έναν χρόνο αργότερα, περίπου το ένα τέταρτο όσων ολοκλήρωσαν την παρακολούθηση δήλωσαν ότι συνέχισαν κάποια μορφή περιορισμένου χρόνου φαγητού.
Παρά τους όποιους περιορισμούς, τα ευρήματα προσθέτουν νέα στοιχεία στη συζήτηση γύρω από τη διαλειμματική νηστεία. Η μελέτη δείχνει ότι δεν έχει σημασία μόνο τι τρώμε, αλλά πιθανώς και το πότε τρώμε, προσφέροντας μια ακόμη επιλογή για όσους προσπαθούν να διαχειριστούν το βάρος τους μακροπρόθεσμα.