Η διαλειμματική νηστεία καλύτερη από τον θερμιδικό περιορισμό – Τι συμβαίνει στη διάθεση και το βάρος
Οι αλλαγές στη συμπεριφορά εξηγούν μέρος της απώλειας βάρους μόνο στη δίαιτα θερμίδων.
Μια νέα ανάλυση έρχεται να εξηγήσει όχι μόνο το αν η διαλειμματική νηστεία είναι αποτελεσματική σε ότι αφορά την απώλεια βάρους, αλλά κυρίως το πώς επηρεάζει τη συμπεριφορά γύρω από το φαγητό, τη διάθεση, τον ύπνο και την ποιότητα ζωής. Οι ερευνητές συνέκριναν δύο διαφορετικές στρατηγικές απώλειας βάρους σε ενήλικες με παχυσαρκία: την παραδοσιακή καθημερινή μείωση θερμίδων και ένα πιο σύνθετο σχήμα διαλειμματικής νηστείας με χρονικά περιορισμένη πρόσληψη τροφής. Η μελέτη διήρκεσε 6 μήνες παρέμβασης και 12 μήνες παρακολούθησης, δίνοντας έτσι μια σπάνια μακροπρόθεσμη εικόνα για το τι πραγματικά συμβαίνει πέρα από τη ζυγαριά.
Στη μελέτη συμμετείχαν 209 ενήλικες με παχυσαρκία και αυξημένο κίνδυνο για διαβήτη τύπου 2, οι οποίοι χωρίστηκαν τυχαία σε τρεις ομάδες: μια ομάδα διαλειμματικής νηστείας με πρώιμο χρονικά περιορισμένο φαγητό και τρεις ημέρες έντονης νηστείας την εβδομάδα, μια ομάδα καθημερινού θερμιδικού περιορισμού και μια ομάδα ελέγχου που έλαβε μόνο γενικές οδηγίες υγιεινής διατροφής. Οι δύο πρώτες είχαν τακτική υποστήριξη από διαιτολόγους, ενώ η τρίτη όχι. Οι ερευνητές κατέγραψαν βάρος, διατροφική συμπεριφορά, διάθεση, ύπνο και ποιότητα ζωής με επιστημονικά ερωτηματολόγια σε τέσσερα χρονικά σημεία: αρχή, 2 μήνες, 6 μήνες και 18 μήνες.
Δύο δίαιτες, ένα κοινό αποτέλεσμα στη ζυγαριά
Και οι δύο ενεργές παρεμβάσεις οδήγησαν σε σημαντική απώλεια βάρους σε σύγκριση με την ομάδα ελέγχου στους 2 και 6 μήνες. Η διαφορά όμως ανάμεσα στη διαλείπουσα νηστεία και τον θερμιδικό περιορισμό δεν ήταν σημαντική όσον αφορά το τελικό αποτέλεσμα στο βάρος. Με άλλα λόγια, και οι δύο στρατηγικές «έπιασαν», χωρίς κάποια να υπερέχει ξεκάθαρα. Ωστόσο, η μελέτη ανέδειξε μια πιο λεπτή διαφοροποίηση, ως προς τον τρόπο με τον οποίο επιτυγχάνεται αυτή η απώλεια, στον οποίο φαίνεται να διαφέρουν ουσιαστικά.
Στην ομάδα του καθημερινού θερμιδικού περιορισμού παρατηρήθηκε μεγαλύτερη αύξηση στη «γνωστική εγκράτεια» απέναντι στο φαγητό, δηλαδή μεγαλύτερη συνειδητή προσπάθεια ελέγχου της διατροφής. Παράλληλα, μειώθηκε περισσότερο η «αποδιοργάνωση» στη συμπεριφορά φαγητού, δηλαδή η τάση για υπερφαγία όταν εμφανίζονται ερεθίσματα όπως άγχος ή πειρασμός. Ενδιαφέρον είναι ότι μειώθηκε επίσης και το αίσθημα πείνας σε μεγαλύτερο βαθμό σε σχέση με τη διαλείπουσα νηστεία.
Η διαλείπουσα νηστεία, από την άλλη πλευρά, δεν εμφάνισε τις ίδιες αλλαγές στη διατροφική συμπεριφορά, παρότι οδήγησε σε παρόμοια απώλεια βάρους. Οι ερευνητές δεν βρήκαν ένδειξη ότι οι ημέρες νηστείας επηρέασαν σημαντικά τη σχέση των συμμετεχόντων με το φαγητό ή την ψυχολογία τους, τουλάχιστον με βάση τα εργαλεία μέτρησης που χρησιμοποιήθηκαν. Ακόμη και η αξιολόγηση πριν και μετά από ημέρα 20 ωρών νηστείας δεν έδειξε ουσιαστικές μεταβολές στη διάθεση ή στην πείνα.
Η ψυχολογική διάσταση
Σε επίπεδο ψυχολογίας, δεν υπήρξαν σημαντικές διαφορές ανάμεσα στις ομάδες όσον αφορά κατάθλιψη, άγχος και γενική ψυχική κατάσταση. Μικρές βελτιώσεις παρατηρήθηκαν σε όλους τους συμμετέχοντες, πιθανόν λόγω της ίδιας της απώλειας βάρους και της στενής παρακολούθησης. Ο ύπνος επίσης δεν διαφοροποιήθηκε σημαντικά ανάμεσα στις δύο παρεμβάσεις, ούτε η συνολική ποιότητα ζωής, με εξαίρεση ορισμένες ήπιες βελτιώσεις σε συγκεκριμένες υποκλίμακες.
Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα ευρήματα αφορά το «πώς» χάνεται το βάρος. Οι ερευνητές εξέτασαν αν οι αλλαγές στη διατροφική συμπεριφορά εξηγούν την απώλεια κιλών. Στην περίπτωση του θερμιδικού περιορισμού, βρήκαν ότι η μείωση της «αποδιοργάνωσης» στη σχέση με το φαγητό εξηγεί περίπου το 15% της απώλειας βάρους. Αυτό σημαίνει ότι όσοι κατάφεραν να μειώσουν την παρορμητική υπερφαγία είχαν και καλύτερα αποτελέσματα. Αντίθετα, στη διαλείπουσα νηστεία δεν βρέθηκε αντίστοιχος μηχανισμός που να συνδέει τη συμπεριφορά με την απώλεια βάρους.
Με απλά λόγια, οι δύο δίαιτες φαίνεται να οδηγούν στο ίδιο περίπου αποτέλεσμα στη ζυγαριά, αλλά μέσω διαφορετικών «διαδρομών». Ο καθημερινός θερμιδικός περιορισμός φαίνεται να βασίζεται περισσότερο στην αλλαγή της σχέσης με το φαγητό και στον έλεγχο των παρορμήσεων, ενώ η διαλειμματική νηστεία λειτουργεί περισσότερο μέσω του χρονικού περιορισμού και όχι μέσω αλλαγών στη συμπεριφορά.
Τι αλλάζει στη σχέση με το φαγητό
Οι ερευνητές τονίζουν ότι αυτό μπορεί να έχει σημασία για το μέλλον της εξατομικευμένης διατροφής. Δεν υπάρχει μία «καλύτερη» δίαιτα για όλους, αλλά διαφορετικοί άνθρωποι μπορεί να ανταποκρίνονται καλύτερα σε διαφορετικούς μηχανισμούς. Για κάποιους, ο αυστηρός καθημερινός έλεγχος μπορεί να είναι πιο αποτελεσματικός· για άλλους, η ευελιξία των περιόδων νηστείας μπορεί να είναι πιο εφαρμόσιμη.
Συνολικά, η μελέτη δείχνει ότι τόσο η διαλειμματική νηστεία όσο και ο θερμιδικός περιορισμός μπορούν να οδηγήσουν σε κλινικά σημαντική απώλεια βάρους, χωρίς σημαντικές διαφορές στην ψυχική υγεία, τον ύπνο ή την ποιότητα ζωής. Η ουσιαστική διαφορά φαίνεται να βρίσκεται όχι στο «αν δουλεύει» η κάθε μέθοδος, αλλά στο «πώς δουλεύει» για τον κάθε οργανισμό.