Η ρύπανση του αέρα συνδέεται με αυτοκτονικές σκέψεις, σύμφωνα με νέα μελέτη
Μελέτη συνδέει την έκθεση σε κοινές αερομεταφερόμενες χημικές ουσίες με αυξημένες πιθανότητες αυτοκτονικών σκέψεων.
Μια νέα μελέτη δημόσιας υγείας φέρνει στο προσκήνιο έναν λιγότερο προφανή παράγοντα: την ποιότητα του αέρα που αναπνέουμε. Σύμφωνα με τα ευρήματα, η έκθεση σε ορισμένες κοινές χημικές ουσίες που αιωρούνται στην ατμόσφαιρα φαίνεται να σχετίζεται με αυξημένη πιθανότητα εμφάνισης αυτοκτονικών σκέψεων στους ενήλικες. Η έρευνα δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Journal of Affective Disorders και ενισχύει την άποψη ότι το περιβάλλον μπορεί να επηρεάζει την ψυχική υγεία με τρόπους που μέχρι σήμερα δεν έχουν πλήρως κατανοηθεί.
Η αυτοκτονία παραμένει ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα δημόσιας υγείας παγκοσμίως. Κάθε χρόνο εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι χάνονται με αυτόν τον τρόπο, ενώ σε αρκετές χώρες τα ποσοστά συνεχίζουν να αυξάνονται. Οι επιστήμονες δίνουν ιδιαίτερη σημασία στις λεγόμενες «αυτοκτονικές σκέψεις» – δηλαδή τις σκέψεις αυτοτραυματισμού ή σχεδιασμού της ίδιας της αυτοκτονίας. Η παρουσία τους δεν σημαίνει απαραίτητα ότι κάποιος θα προχωρήσει σε πράξη, ωστόσο αποτελεί έναν από τους ισχυρότερους δείκτες κινδύνου για μελλοντική αυτοκτονική συμπεριφορά.
Μέχρι σήμερα, η επιστημονική έρευνα έχει συνδέσει τις αυτοκτονικές σκέψεις με πολλούς παράγοντες, π.χ. με γενετική προδιάθεση, έλλειψη ύπνου, έντονο εργασιακό στρες ή ψυχικές διαταραχές. Τα τελευταία χρόνια, όμως, αυξάνεται το ενδιαφέρον για τον ρόλο που μπορεί να παίζει και η περιβαλλοντική ρύπανση. Ορισμένες μελέτες έχουν δείξει ότι η έκθεση σε φυτοφάρμακα ή σε αιωρούμενα μικροσωματίδια μπορεί να σχετίζεται με αυξημένα επίπεδα άγχους, κατάθλιψης ή άλλων ψυχικών προβλημάτων.
Οι αόρατοι ρύποι της καθημερινότητας
Σε αυτό το πλαίσιο, ερευνητές από το Nanjing Medical University αποφάσισαν να εξετάσουν μια διαφορετική κατηγορία ρύπων: τις λεγόμενες πτητικές οργανικές ενώσεις. Πρόκειται για αέρια που απελευθερώνονται από διάφορα υλικά και υγρά σε θερμοκρασία δωματίου. Μπορούν να προέρχονται από βιομηχανικές εγκαταστάσεις πετροχημικών, από καύσιμα που εξατμίζονται, αλλά και από τις εξατμίσεις των αυτοκινήτων.
Οι ουσίες αυτές δεν περιορίζονται μόνο στο εξωτερικό περιβάλλον. Υπάρχουν και μέσα στα σπίτια μας, καθώς παράγονται από καθημερινές δραστηριότητες όπως το μαγείρεμα, το κάπνισμα ή τη χρήση καθαριστικών με διαλύτες. Επειδή εξατμίζονται εύκολα, διαχέονται στον αέρα και εισπνέονται χωρίς να το αντιλαμβανόμαστε. Μόλις εισέλθουν στον οργανισμό, μετατρέπονται σε μικρότερα χημικά μόρια τα οποία αποβάλλονται τελικά μέσω των ούρων.
Η παρουσία των ουσιών αυτών στα ούρα επιτρέπει στους επιστήμονες να υπολογίσουν πόσο έχει εκτεθεί κάποιος σε συγκεκριμένους ρύπους. Η μέθοδος αυτή χρησιμοποιείται συχνά σε μελέτες περιβαλλοντικής υγείας. Προηγούμενες έρευνες έχουν δείξει ότι οι πτητικές οργανικές ενώσεις συνδέονται με παθήσεις όπως το άσθμα και τα καρδιαγγειακά νοσήματα. Υπάρχουν επίσης ενδείξεις ότι μπορούν να περάσουν στον εγκέφαλο και να επηρεάσουν το κεντρικό νευρικό σύστημα.
Πώς οι επιστήμονες μέτρησαν την έκθεση στις χημικές ουσίες
Για να διερευνήσουν τη σχέση με τις αυτοκτονικές σκέψεις, οι επιστήμονες ανέλυσαν δεδομένα από μια μεγάλη επιδημιολογική έρευνα υγείας στις Ηνωμένες Πολιτείες που διεξάγεται από τα Centers for Disease Control and Prevention. Στη μελέτη συμπεριλήφθηκαν 6.966 ενήλικες οι οποίοι συμμετείχαν στην έρευνα μεταξύ 2005 και 2020 και είχαν δώσει τόσο δείγματα ούρων όσο και απαντήσεις σε ερωτηματολόγια ψυχικής υγείας.
Οι ερευνητές εξέτασαν ειδικά μια ερώτηση που χρησιμοποιείται συχνά σε τεστ κατάθλιψης: «Πόσο συχνά τις τελευταίες δύο εβδομάδες κάποιος σκέφτηκε ότι θα ήταν καλύτερα να μην ζει ή ότι θα μπορούσε να βλάψει τον εαυτό του;». Από το σύνολο των συμμετεχόντων, 253 άτομα ανέφεραν ότι είχαν τέτοιες σκέψεις. Στη συνέχεια, οι επιστήμονες μέτρησαν στα δείγματα ούρων δεκαοκτώ διαφορετικούς μεταβολίτες χημικών ουσιών.
Τι μπορεί να συμβαίνει στον εγκέφαλο
Τα αποτελέσματα έδειξαν ένα σαφές μοτίβο. Όσο υψηλότερα ήταν τα επίπεδα αυτών των χημικών μεταβολιτών, τόσο μεγαλύτερη ήταν η πιθανότητα εμφάνισης αυτοκτονικών σκέψεων. Η συσχέτιση παρέμεινε ισχυρή ακόμη και όταν οι ερευνητές έλαβαν υπόψη άλλους παράγοντες, όπως την ηλικία, το φύλο, το μορφωτικό επίπεδο, το κάπνισμα ή την ύπαρξη άλλων προβλημάτων υγείας.
Ανάμεσα στις ουσίες που εξετάστηκαν, τρεις ξεχώρισαν ιδιαίτερα. Η πιο έντονη συσχέτιση βρέθηκε σε μια ουσία γνωστή με το ακρωνύμιο CYMA. Η ουσία αυτή προκύπτει όταν ο οργανισμός διασπά ένα βιομηχανικό χημικό, το ακρυλονιτρίλιο, το οποίο χρησιμοποιείται ευρέως για την παραγωγή πλαστικών, συνθετικών ινών και καουτσούκ. Οι άνθρωποι μπορεί να εκτεθούν σε αυτό μέσω της βιομηχανικής ρύπανσης, του καπνού τσιγάρου ή ορισμένων καταναλωτικών προϊόντων.
Οι επιστήμονες παρατήρησαν ότι όσο αυξάνονταν τα επίπεδα του CYMA στα ούρα, τόσο αυξανόταν και η πιθανότητα να αναφέρει κάποιος αυτοκτονικές σκέψεις. Η σχέση ήταν σχεδόν γραμμική, γεγονός που υποδηλώνει ότι η έκθεση στην ουσία μπορεί να έχει σημαντικό ρόλο μέσα στο ευρύτερο μείγμα ρύπων.
Παραμένει ωστόσο ασαφές πώς ακριβώς αυτές οι χημικές ουσίες επηρεάζουν τον εγκέφαλο. Οι ερευνητές εξέτασαν αν η φλεγμονή ή το οξειδωτικό στρες – δύο βιολογικές διεργασίες που συχνά προκαλούνται από τοξίνες – θα μπορούσαν να εξηγήσουν τη σχέση. Τα αποτελέσματα δεν επιβεβαίωσαν αυτή την υπόθεση. Αντίθετα, οι επιστήμονες υποψιάζονται ότι το ακρυλονιτρίλιο μπορεί να μειώνει τα επίπεδα μιας σημαντικής αντιοξειδωτικής ουσίας του οργανισμού, της γλουταθειόνης, η οποία προστατεύει τα κύτταρα από βλάβες.
Παρά τα ενδιαφέροντα ευρήματα, οι ίδιοι οι ερευνητές τονίζουν ότι η μελέτη έχει περιορισμούς. Τα δεδομένα προέρχονται από παρατηρητική έρευνα και αποτυπώνουν μια χρονική «στιγμή» της ζωής των συμμετεχόντων. Αυτό σημαίνει ότι δεν μπορεί να αποδειχθεί αιτιώδης σχέση, αλλά μόνο στατιστική συσχέτιση. Για να διαπιστωθεί αν πράγματι η έκθεση σε αυτές τις χημικές ουσίες συμβάλλει στην εμφάνιση αυτοκτονικών σκέψεων, θα χρειαστούν μακροχρόνιες μελέτες που θα παρακολουθούν τους ίδιους ανθρώπους για πολλά χρόνια.