Η Τεχνητή Νοημοσύνη φέρνει πανικό στις γκαλερί - Είναι όντως αυθεντικά τα έργα που βλέπουμε;
Αμφιβολίες για την αυθεντικότητα έργων του σπουδαίου Φλαμανδού ζωγράφου Γιαν βαν Άικ – Τι έδειξε ανάλυση με τεχνητή νοημοσύνη.
Σοβαρά ερωτήματα για την αυθεντικότητα δύο έργων που αποδίδονται στον Φλαμανδό ζωγράφο του 15ου αιώνα Γιαν βαν Άικ φέρνει στο προσκήνιο νέα επιστημονική ανάλυση, ανοίγοντας εκ νέου τη συζήτηση γύρω από το πραγματικό έργο ενός από τους σημαντικότερους δημιουργούς της δυτικής ζωγραφικής.
Τα έργα με τίτλο «Ο Άγιος Φραγκίσκος της Ασίζης λαμβάνει τα Στίγματα», δύο σχεδόν πανομοιότυπες -και ανυπόγραφες- συνθέσεις που εκτίθενται στο Philadelphia Museum of Art και στα Royal Museums of Turin, θεωρούνταν έως σήμερα ανάμεσα στα ελάχιστα σωζόμενα έργα του μεγάλου Φλαμανδού δασκάλου, γνωστού για τον φυσιοκρατικό ρεαλισμό και τα θρησκευτικά του θέματα.
Ωστόσο, νέα δεδομένα αμφισβητούν ευθέως αυτή την απόδοση.
Τα ευρήματα της ανάλυσης με AI
Σύμφωνα με δημοσίευμα του Guardian, εξειδικευμένοι έλεγχοι που πραγματοποιήθηκαν με τη βοήθεια τεχνητής νοημοσύνης από την ελβετική εταιρεία Art Recognition – η οποία συνεργάζεται ερευνητικά με το Tilburg University στην Ολλανδία – δεν κατάφεραν να εντοπίσουν χαρακτηριστικά ίχνη πινελιάς που να παραπέμπουν στον βαν Άικ.
Σύμφωνα με τα αποτελέσματα:
- Ο πίνακας της Φιλαδέλφειας καταγράφηκε ως «91% αρνητικός» ως προς την αυθεντικότητα.
- Η εκδοχή του Τορίνο ως «86% αρνητική».
Τα ποσοστά αυτά υποδηλώνουν ισχυρή πιθανότητα τα έργα να μην έχουν φιλοτεχνηθεί από το ίδιο το χέρι του καλλιτέχνη.
Πιθανή προέλευση από το εργαστήριο
Ο διακεκριμένος μελετητής του βαν Άικ και διευθυντής του Suermondt-Ludwig-Museum στο Άαχεν, Till-Holger Borchert, εκτίμησε ότι τα ευρήματα ενισχύουν την άποψη πως πρόκειται για έργα εργαστηρίου.
Δηλαδή δημιουργίες που παρήχθησαν στο στούντιο του ζωγράφου – πιθανώς από μαθητές ή συνεργάτες – χωρίς να έχουν εκτελεστεί εξ ολοκλήρου από τον ίδιο.
Παρότι δήλωσε «έκπληκτος» από τα αποτελέσματα, σημείωσε ότι ανοίγουν νέο πεδίο έρευνας.
Συγκριτική ανάλυση με άλλα έργα
Η διευθύνουσα σύμβουλος της Art Recognition, δρ. Καρίνα Ποπόβιτσι, χαρακτήρισε τα υψηλά αρνητικά ποσοστά «ιδιαίτερα εντυπωσιακά».
Ως σημείο σύγκρισης ανέφερε ότι ανάλυση σε ένα από τα πιο γνωστά έργα του ζωγράφου, το The Arnolfini Portrait που εκτίθεται στην National Gallery του Λονδίνου, έδειξε πιθανότητα αυθεντικότητας 89%.
Μουσεία και ειδικοί επισημαίνουν πάντως ότι η κατάσταση διατήρησης ή μεταγενέστερες επεμβάσεις αποκατάστασης μπορεί να επηρεάσουν τα αποτελέσματα τέτοιων ψηφιακών αναλύσεων.
Η θεωρία του «χαμένου πρωτοτύπου»
Ο ιστορικός τέχνης δρ. Noah Charney σημείωσε ότι τα διπλά αρνητικά αποτελέσματα ήταν τόσο απρόσμενα, ώστε έγιναν επιπλέον έλεγχοι για επιβεβαίωση.
Όπως εκτίμησε, είναι πιθανό να υπήρχε ένα αυθεντικό πρωτότυπο έργο του βαν Άικ που σήμερα έχει χαθεί, με τις δύο σωζόμενες εκδοχές να αποτελούν εργαστηριακές αντιγραφές.
Τόνισε επίσης ότι η παραγωγή έργων σε εργαστήρια ήταν πάγια πρακτική της εποχής και δεν συνεπάγεται απαραίτητα άμεση εκτέλεση κάθε λεπτομέρειας από τον ίδιο τον δάσκαλο.
Ο βαν Άικ και η επανάσταση της ελαιογραφίας
Ο Γιαν βαν Άικ θεωρείται πρωτοπόρος της ελαιογραφίας. Αν και δεν επινόησε την τεχνική, την τελειοποίησε σε τέτοιο βαθμό ώστε επηρέασε βαθιά τη δυτική ζωγραφική για αιώνες.
Τα έργα του ξεχωρίζουν για:
- Την εξαιρετική απόδοση φωτός
- Τη μικροσκοπική λεπτομέρεια
- Την οπτική ακρίβεια υφών και αντανακλάσεων
Παρά τη φήμη του, το αποδεκτό αυθεντικό έργο του είναι περιορισμένο – λιγότεροι από 20 πίνακες θεωρούνται βεβαιωμένα δικοί του.
Νέες έρευνες και επερχόμενη έκθεση
Η National Gallery του Λονδίνου προετοιμάζει μεγάλη έκθεση αφιερωμένη στα πορτρέτα του βαν Άικ, η οποία αναμένεται να εγκαινιαστεί τον Νοέμβριο, εν μέσω αυξανόμενου επιστημονικού ενδιαφέροντος για την αυθεντικότητα των έργων του.
Σημειώνεται ότι η Art Recognition έχει απασχολήσει ξανά τη διεθνή κοινότητα τέχνης: το 2024 εντόπισε δεκάδες πλαστά έργα που διακινούνταν διαδικτυακά, ενώ το 2021 είχε κρίνει ως «91% μη αυθεντικό» τον πίνακα «Samson and Delilah» που αποδίδεται στον Peter Paul Rubens.
Η υπόθεση επαναφέρει στο προσκήνιο ένα διαχρονικό ερώτημα της ιστορίας της τέχνης: πού τελειώνει το έργο του δασκάλου και πού αρχίζει εκείνο του εργαστηρίου του — ειδικά σε μια εποχή όπου η τεχνητή νοημοσύνη διεκδικεί πλέον ρόλο «κριτή» της αυθεντικότητας.