Η τεστοστερόνη δεν κάνει τους άνδρες πιο παρορμητικούς και ανταγωνιστικούς - Καταρρίπτεται ο μύθος
Μελέτη σε 1.000 άνδρες δείχνει ότι μια προσωρινή αύξηση τεστοστερόνης δεν αλλάζει τον τρόπο σκέψης ή λήψης αποφάσεων.
Μια από τις πιο διαδεδομένες ιδέες γύρω από την τεστοστερόνη είναι ότι η ορμόνη αυτή επηρεάζει τη συμπεριφορά μας, κάνοντάς μας πιο παρορμητικούς, πιο ανταγωνιστικούς ή πιο σίγουρους για τον εαυτό μας. Τώρα, μια από τις μεγαλύτερες μελέτες που έχουν γίνει μέχρι σήμερα για το θέμα δείχνει ότι η πραγματικότητα ίσως είναι πολύ πιο σύνθετη: μια προσωρινή αύξηση της τεστοστερόνης δεν φαίνεται να επηρεάζει σημαντικά την ικανότητά μας να σκεφτόμαστε πιο προσεκτικά πριν πάρουμε αποφάσεις.
Η δοκιμασία που μετρά την «παύση πριν την απάντηση»
Για να εξετάσουν τον τρόπο σκέψης των συμμετεχόντων, οι ερευνητές χρησιμοποίησαν ένα γνωστό τεστ ψυχολογίας, το Cognitive Reflection Test (CRT). Το τεστ αυτό αποτελείται από προβλήματα που είναι σχεδιασμένα ώστε να οδηγούν εύκολα σε μια αυθόρμητη αλλά λανθασμένη απάντηση. Η σωστή λύση απαιτεί από τον άνθρωπο να αγνοήσει την πρώτη του σκέψη και να κάνει μια πιο προσεκτική ανάλυση. Για παράδειγμα, κάποιος μπορεί να δώσει γρήγορα μια απάντηση που «φαίνεται» σωστή, αλλά αν αφιερώσει λίγο περισσότερο χρόνο θα καταλάβει ότι χρειάζεται διαφορετική προσέγγιση.
Η επίδοση σε τέτοιου είδους τεστ έχει συνδεθεί με διάφορες πλευρές της καθημερινής σκέψης, όπως η ικανότητα να αποφεύγουμε παραπληροφόρηση, να περιορίζουμε γνωστικές προκαταλήψεις και να παίρνουμε πιο ψύχραιμες αποφάσεις. Οι επιστήμονες θέλησαν επίσης να εξετάσουν αν η τεστοστερόνη επηρεάζει την αυτοπεποίθηση των ανθρώπων. Μια παλαιότερη θεωρία υποστήριζε ότι η ορμόνη μπορεί να κάνει τους ανθρώπους πιο σίγουρους για τις ικανότητές τους, ακόμη και όταν αυτή η σιγουριά δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.
Ένα μεγάλο και αυστηρό πείραμα
Η μελέτη σχεδιάστηκε ώστε να ξεπεράσει ορισμένα προβλήματα προηγούμενων ερευνών. Συμμετείχαν 1.000 άνδρες ηλικίας 18 έως 45 ετών, οι οποίοι χωρίστηκαν τυχαία σε δύο ομάδες. Η μία ομάδα έλαβε μια μικρή δόση τεστοστερόνης μέσω ρινικού τζελ και η άλλη ένα εικονικό σκεύασμα (placebo) χωρίς δραστική ουσία. Ούτε οι συμμετέχοντες ούτε οι ερευνητές γνώριζαν ποιος είχε λάβει τεστοστερόνη και ποιος placebo, ώστε να αποφευχθούν προκαταλήψεις.
Περίπου μία ώρα μετά τη χορήγηση της ουσίας, οι συμμετέχοντες ολοκλήρωσαν το τεστ γνωστικής αναστοχαστικότητας και απάντησαν σε ερωτήσεις σχετικά με το πόσο καλά πίστευαν ότι τα είχαν καταφέρει.Η αύξηση της τεστοστερόνης επιβεβαιώθηκε μέσω δειγμάτων σάλιου, γεγονός που έδειξε ότι η παρέμβαση λειτούργησε βιολογικά. Ωστόσο, το βασικό ερώτημα ήταν αν αυτή η αλλαγή στην ορμόνη μεταφράστηκε σε διαφορετικό τρόπο σκέψης.
Η απάντηση ήταν αρνητική. Οι άνδρες που έλαβαν τεστοστερόνη δεν παρουσίασαν χειρότερη επίδοση στο τεστ σε σχέση με εκείνους που έλαβαν placebo. Μάλιστα, η μικρή διαφορά που παρατηρήθηκε κινήθηκε προς την αντίθετη κατεύθυνση από αυτή που περίμεναν οι ερευνητές, αν και δεν ήταν αρκετά μεγάλη ώστε να θεωρηθεί σημαντική.Με απλά λόγια, η τεστοστερόνη δεν έκανε τους ανθρώπους να απαντούν πιο παρορμητικά ή λιγότερο λογικά.
Η απρόσμενη επίδραση στην αυτοπεποίθηση
Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα ευρήματα αφορούσε την αυτοπεποίθηση των συμμετεχόντων. Οι ερευνητές είχαν υποθέσει ότι η τεστοστερόνη θα έκανε τους ανθρώπους πιο σίγουρους για τις απαντήσεις τους. Αντίθετα, παρατήρησαν μια μικρή αλλά στατιστικά σημαντική μείωση της αυτοπεποίθησης στην ομάδα που έλαβε τεστοστερόνη. Δηλαδή, οι συμμετέχοντες που πήραν την ορμόνη δεν πίστευαν περισσότερο ότι είχαν πετύχει στο τεστ. Αντίθετα, εμφανίστηκαν κάπως πιο συγκρατημένοι στις εκτιμήσεις τους. Ωστόσο, οι ίδιοι οι ερευνητές τονίζουν ότι το συγκεκριμένο εύρημα χρειάζεται προσοχή. Πρόκειται για ένα αποτέλεσμα που δεν είχε προβλεφθεί και πρέπει να επιβεβαιωθεί από νέες μελέτες πριν εξαχθούν ασφαλή συμπεράσματα.
Γιατί η νέα μελέτη έχει σημασία
Το συμπέρασμα είναι ότι οι προσωρινές αυξήσεις της τεστοστερόνης φαίνεται πως δεν αλλάζουν σημαντικά τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι αξιολογούν πληροφορίες και παίρνουν αποφάσεις. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι η τεστοστερόνη δεν έχει καμία σχέση με τον εγκέφαλο ή τη συμπεριφορά. Οι επιστήμονες επισημαίνουν ότι παραμένουν ανοιχτά ερωτήματα σχετικά με το αν η μακροχρόνια έκθεση στην ορμόνη ή οι αλλαγές στα επίπεδά της κατά την ανάπτυξη, όπως στην εφηβεία, μπορεί να έχουν διαφορετικές επιδράσεις.