Η βιταμίνη D3 μειώνει τον κίνδυνο διαβήτη σε ασθενείς με προδιαβήτη
Επιστήμονες εντόπισαν ποιοι άνθρωποι με προδιαβήτη ωφελούνται περισσότερο από υψηλές δόσεις βιταμίνης D3.
Η βιταμίνη D3 μπορεί να προστατεύσει από τον διαβήτη, σύμφωνα με νέα μελέτη στο περιοδικό JAMA Network Open. Συγκεκριμένα ερευνητές διαπίστωσαν ότι ορισμένοι άνθρωποι με προδιαβήτη είχαν σημαντικά μικρότερο κίνδυνο να εμφανίσουν διαβήτη όταν λάμβαναν υψηλές δόσεις βιταμίνης D3, ενώ άλλοι δεν είχαν κανένα όφελος, παρότι έπαιρναν το ίδιο συμπλήρωμα για χρόνια.
Πώς πραγματοποιήθηκε η μελέτη
Η μελέτη βασίστηκε στα δεδομένα της μεγάλης κλινικής δοκιμής D2d στις ΗΠΑ και εξέτασε περισσότερους από 2.000 ενήλικες με προδιαβήτη. Οι επιστήμονες θέλησαν να καταλάβουν γιατί η βιταμίνη D φαίνεται να λειτουργεί σε κάποιους αλλά όχι σε όλους. Η απάντηση, όπως φαίνεται, ίσως βρίσκεται σε μικρές γενετικές διαφορές στον υποδοχέα της βιταμίνης D, δηλαδή στο «σημείο» του οργανισμού όπου δρα η βιταμίνη.
Τα τελευταία χρόνια υπάρχει αυξανόμενο ενδιαφέρον για τη σχέση της βιταμίνης D με τον διαβήτη τύπου 2. Προηγούμενες μελέτες είχαν δείξει ότι άνθρωποι με προδιαβήτη που διατηρούσαν υψηλότερα επίπεδα βιταμίνης D στο αίμα είχαν μικρότερη πιθανότητα να εξελιχθούν σε διαβήτη. Ωστόσο, τα αποτελέσματα δεν ήταν πάντα ξεκάθαρα και πολλοί ειδικοί υποψιάζονταν ότι η βιολογία κάθε ανθρώπου ίσως επηρεάζει την ανταπόκριση.
Στη νέα έρευνα, οι επιστήμονες επικεντρώθηκαν σε τρεις συχνές γενετικές παραλλαγές του υποδοχέα βιταμίνης D, γνωστές ως ApaI, BsmI και FokI. Ο υποδοχέας αυτός υπάρχει και στα β-κύτταρα του παγκρέατος, τα οποία παράγουν ινσουλίνη, γεγονός που ενισχύει την ιδέα ότι η βιταμίνη D μπορεί να επηρεάζει τον έλεγχο του σακχάρου.
Οι συμμετέχοντες στη μελέτη ήταν άνδρες και γυναίκες άνω των 30 ετών με προδιαβήτη. Οι μισοί έλαβαν καθημερινά 4.000 διεθνείς μονάδες βιταμίνης D3 και οι υπόλοιποι εικονικό φάρμακο. Η παρακολούθηση διήρκεσε κατά μέσο όρο δυόμισι χρόνια. Κατά τη διάρκεια της μελέτης, οι ερευνητές μετρούσαν τα επίπεδα βιταμίνης D στο αίμα και έλεγχαν τακτικά αν κάποιος είχε περάσει από τον προδιαβήτη στον διαβήτη τύπου 2.
Παράλληλα, έγινε γενετική ανάλυση στους συμμετέχοντες ώστε να εντοπιστούν οι διαφορετικές εκδοχές των γονιδίων που σχετίζονται με τον υποδοχέα βιταμίνης D. Οι ερευνητές ήθελαν να δουν αν οι άνθρωποι με συγκεκριμένα γονιδιακά χαρακτηριστικά είχαν μεγαλύτερο όφελος από τη θεραπεία.
Τι έδειξαν τα αποτελέσματα
Το πιο σημαντικό εύρημα αφορούσε την παραλλαγή ApaI. Όσοι είχαν τις γενετικές μορφές AC ή CC φάνηκε να ωφελούνται αισθητά από τη βιταμίνη D3. Σε αυτή την ομάδα, ο κίνδυνος εμφάνισης διαβήτη μειώθηκε κατά 19% σε σύγκριση με όσους έπαιρναν placebo. Αντίθετα, εκείνοι που είχαν τη μορφή AA δεν παρουσίασαν καμία ουσιαστική μείωση κινδύνου, παρά τη λήψη της ίδιας δόσης βιταμίνης D. Οι διαφορές έγιναν ακόμη πιο εντυπωσιακές όταν οι επιστήμονες εξέτασαν τα επίπεδα βιταμίνης D στο αίμα. Στα άτομα με τις «ευνοϊκές» γενετικές παραλλαγές, όσο υψηλότερα ήταν τα επίπεδα βιταμίνης D, τόσο μικρότερος ήταν ο κίνδυνος διαβήτη. Για παράδειγμα, σε ορισμένες περιπτώσεις ο κίνδυνος μειωνόταν περισσότερο από 70% όταν τα επίπεδα ξεπερνούσαν τα 50 ng/mL. Στην ομάδα AA, όμως, αυτό το προστατευτικό αποτέλεσμα δεν εντοπίστηκε ποτέ.
Οι προοπτικές της μελέτης
Οι ερευνητές εκτιμούν ότι περίπου το 70% των συμμετεχόντων ανήκε στην ομάδα που ανταποκρίνεται θετικά στη βιταμίνη D. Αυτό σημαίνει ότι μια απλή γενετική εξέταση ίσως θα μπορούσε μελλοντικά να βοηθήσει τους γιατρούς να εντοπίζουν ποιοι άνθρωποι με προδιαβήτη έχουν περισσότερες πιθανότητες να ωφεληθούν από συμπληρώματα υψηλής δόσης.
Παρά τους όποιους περιορισμούς, οι επιστήμονες θεωρούν ότι τα αποτελέσματα είναι ιδιαίτερα ενδιαφέροντα, επειδή η πρόληψη του διαβήτη αποτελεί τεράστια πρόκληση παγκοσμίως. Υπολογίζεται ότι εκατοντάδες εκατομμύρια άνθρωποι ζουν με προδιαβήτη και πολλοί από αυτούς θα αναπτύξουν τελικά διαβήτη τύπου 2, ο οποίος συνδέεται με καρδιαγγειακά προβλήματα, νεφρική νόσο, βλάβες στα μάτια και άλλες σοβαρές επιπλοκές.