Γιατί η απώλεια βάρους δεν αρκεί πάντα για την αντιμετώπιση του διαβήτη
Κάποιοι άνθρωποι παραμένουν ασθενείς υψηλού κινδύνου για διαβήτη ακόμη και μετά από χρόνια υγιεινής ζωής.
Η απώλεια βάρους και η γυμναστική θεωρούνται εδώ και χρόνια οι βασικές μέθοδοι στην πρόληψη του διαβήτη τύπου 2. Ωστόσο, νέα επιστημονικά δεδομένα από τη Γερμανία δείχνουν ότι για ορισμένους ανθρώπους υψηλού κινδύνου, ακόμη και η σημαντική και σταθερή απώλεια βάρους δεν φαίνεται να αρκεί για να αναστρέψει τον κίνδυνο εμφάνισης της νόσου.
Η έρευνα, που πραγματοποιήθηκε από το Γερμανικό Κέντρο Έρευνας για τον Διαβήτη, το Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο του Τύμπινγκεν και το Helmholtz Munich, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ο διαβήτης τύπου 2 δεν είναι μία ενιαία ασθένεια. Αντίθετα, φαίνεται να έχει διαφορετικούς βιολογικούς μηχανισμούς ανάλογα με τον οργανισμό κάθε ατόμου, κάτι που εξηγεί γιατί οι ίδιες παρεμβάσεις δεν έχουν πάντα το ίδιο αποτέλεσμα.
Οι επιστήμονες μελέτησαν ανθρώπους που συμμετείχαν σε ένα πρόγραμμα αλλαγής τρόπου ζωής, το οποίο περιλάμβανε διατροφή και άσκηση, με παρακολούθηση που διήρκεσε περίπου εννέα χρόνια. Παρότι πολλοί συμμετέχοντες κατάφεραν να χάσουν βάρος και να διατηρήσουν τη βελτίωση αυτή για μεγάλο διάστημα, τα αποτελέσματα στον έλεγχο του σακχάρου δεν ήταν τα ίδια για όλους.
Στο επίκεντρο της μελέτης βρέθηκαν συγκεκριμένες ομάδες κινδύνου, που είχαν ήδη εντοπιστεί από προηγούμενη έρευνα. Οι επιστήμονες είχαν χωρίσει άτομα με προδιάθεση για διαβήτη σε έξι διαφορετικές «κατηγορίες» ή προφίλ, ανάλογα με τα βιολογικά τους χαρακτηριστικά και τον τρόπο που εξελίσσεται ο κίνδυνος της νόσου. Δύο από αυτές τις ομάδες θεωρούνται ιδιαίτερα επιβαρυμένες, καθώς εμφανίζουν πολύ υψηλή πιθανότητα να αναπτύξουν διαβήτη.
Οι διαφορετικές ομάδες κινδύνου
Η νέα ανάλυση έδειξε κάτι που αιφνιδίασε τους ερευνητές: σε μία από τις υψηλού κινδύνου ομάδες, η βελτίωση του βάρους και του τρόπου ζωής δεν οδήγησε σε ανάλογη βελτίωση του μεταβολισμού του σακχάρου. Παρά τη μείωση βάρους που έφτασε περίπου στο 8% και τη μακροχρόνια διατήρησή της, τα επίπεδα γλυκόζης στο αίμα συνέχισαν να επιδεινώνονται σε ορισμένα άτομα. Αυτό σημαίνει ότι, για αυτούς τους ασθενείς, ο κίνδυνος διαβήτη παρέμεινε υψηλός, ακόμη κι αν εξωτερικά φαινόταν ότι είχαν κάνει όλα τα «σωστά» βήματα. Οι ερευνητές παρατήρησαν επίσης μείωση στην ικανότητα του οργανισμού να παράγει ινσουλίνη, κάτι που αποτελεί βασικό παράγοντα για τη ρύθμιση του σακχάρου.
Όταν η απώλεια βάρους δεν αρκεί
Η ανάλυση των βιολογικών δεδομένων έδειξε ότι η αντίσταση στην ινσουλίνη φαίνεται να παίζει καθοριστικό ρόλο σε αυτές τις περιπτώσεις. Ένας από τους βασικούς «υποψήφιους» μηχανισμούς είναι η συσσώρευση λίπους στο ήπαρ, γνωστή ως λιπώδης νόσος του ήπατος. Αυτή η κατάσταση φαίνεται να επηρεάζει τόσο την ευαισθησία στην ινσουλίνη όσο και τη λειτουργία των κυττάρων που την παράγουν στο πάγκρεας. Με απλά λόγια, ακόμη και όταν το σώμα χάνει βάρος, ορισμένες εσωτερικές μεταβολικές διαταραχές συνεχίζουν να λειτουργούν «υπόγεια», κρατώντας τον κίνδυνο ενεργό. Αυτό εξηγεί γιατί δύο άτομα με παρόμοιο βάρος και παρόμοιο τρόπο ζωής μπορεί να έχουν εντελώς διαφορετική πορεία όσον αφορά τον διαβήτη.
Ο ρόλος του ήπατος και της εξατομίκευσης
Οι επιστήμονες τονίζουν ότι τα ευρήματα αυτά ενισχύουν την ιδέα πως ο διαβήτης τύπου 2 δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται με μία ενιαία στρατηγική για όλους. Αντίθετα, η πρόληψη πρέπει να προσαρμόζεται στα βιολογικά χαρακτηριστικά κάθε ατόμου. Σε κάποιες περιπτώσεις, η απλή απώλεια βάρους και η άσκηση μπορεί να είναι αρκετές. Σε άλλες, όμως, ίσως χρειάζονται πιο στοχευμένες ιατρικές παρεμβάσεις.
Η συγκεκριμένη μελέτη δεν αναιρεί τη σημασία του υγιεινού τρόπου ζωής. Αντιθέτως, τον επιβεβαιώνει ως βασικό εργαλείο πρόληψης. Αυτό που αλλάζει είναι η κατανόηση ότι δεν αρκεί πάντα από μόνος του. Η βιολογία του κάθε οργανισμού μπορεί να καθορίσει πόσο αποτελεσματικές θα είναι αυτές οι παρεμβάσεις. Το βασικό μήνυμα της έρευνας είναι σαφές: ο διαβήτης τύπου 2 δεν είναι μία ενιαία κατάσταση, αλλά ένα σύνολο διαφορετικών βιολογικών στοιχείων που συνθέτουν μια μοναδική, κάθε φορά, πορεία. Και όσο καλύτερα κατανοηθούν αυτές οι διαφοροποιήσεις, τόσο πιο αποτελεσματική θα γίνει και η πρόληψη.