Κατάθλιψη: Η άσκηση εξίσου αποτελεσματική με τα φάρμακα στην αντιμετώπιση των συμπτωμάτων
Η γυμναστική επανεξετάζεται ως ισχυρό, προσιτό εργαλείο στη μάχη κατά της κατάθλιψης.
Η σχέση ανάμεσα στη γυμναστική και την κατάθλιψη απασχολεί εδώ και χρόνια την επιστημονική κοινότητα. Τα τελευταία δεδομένα, όμως, δείχνουν όλο και πιο καθαρά ότι η σωματική δραστηριότητα δεν είναι απλώς «βοηθητική», αλλά μπορεί να προσφέρει αντίστοιχα οφέλη με τις κλασικές θεραπείες, όπως την ψυχοθεραπεία και τα αντικαταθλιπτικά.
Γιατί η άσκηση μπαίνει στο μικροσκόπιο των ειδικών
Όπως διαβάζουμε στο SciTech Daily, η κατάθλιψη συγκαταλέγεται στις κύριες αιτίες αναπηρίας παγκοσμίως, επηρεάζοντας την καθημερινότητα, την εργασία και τις κοινωνικές σχέσεις. Παρά την πρόοδο στη φαρμακευτική και ψυχολογική αντιμετώπιση, πολλοί ασθενείς είτε δεν ανταποκρίνονται πλήρως στις θεραπείες είτε δυσκολεύονται να τις ακολουθήσουν μακροπρόθεσμα. Σε αυτό το πλαίσιο, η άσκηση προσελκύει το ενδιαφέρον γιατί είναι χαμηλού κόστους, δεν απαιτεί συνταγή και συνδέεται με πολλαπλά οφέλη για το σώμα και τον εγκέφαλο.
Μια εκτεταμένη επιστημονική ανασκόπηση, που δημοσιεύεται στη Cochrane Libray εξέτασε δεκάδες τυχαιοποιημένες μελέτες σε ενήλικες με κατάθλιψη, συγκρίνοντας την άσκηση τόσο με την απουσία θεραπείας όσο και με καθιερωμένες παρεμβάσεις. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι η σωματική δραστηριότητα οδηγεί σε ουσιαστική μείωση των συμπτωμάτων, με αποτελεσματικότητα παρόμοια με εκείνη της ψυχοθεραπείας. Όταν η άσκηση συγκρίθηκε με αντικαταθλιπτικά φάρμακα, τα οφέλη ήταν ισοδύναμα.
Σημαντικό στοιχείο είναι ότι οι παρενέργειες της άσκησης ήταν γενικά περιορισμένες. Ορισμένοι συμμετέχοντες εμφάνισαν μυϊκούς πόνους ή μικροτραυματισμούς, ενώ όσοι λάμβαναν φαρμακευτική αγωγή ανέφεραν τις γνωστές ανεπιθύμητες ενέργειες, όπως κόπωση ή γαστρεντερικές ενοχλήσεις. Αυτό ενισχύει την εικόνα της γυμναστικής ως μιας σχετικά ασφαλούς επιλογής, ειδικά για άτομα που διστάζουν να ξεκινήσουν φαρμακευτική αγωγή.
Τι είδους και πόση γυμναστική φαίνεται να βοηθά περισσότερο
Τα δεδομένα δείχνουν πως ήπιας έως μέτριας έντασης άσκηση συνδέεται με μεγαλύτερη βελτίωση της διάθεσης σε σύγκριση με πολύ έντονα προγράμματα. Επίσης, η συχνότητα παίζει ρόλο: τα καλύτερα αποτελέσματα παρατηρήθηκαν σε άτομα που είχαν ολοκληρώσει έναν κύκλο αρκετών συνεδριών, χωρίς υπερβολές που οδηγούν σε εγκατάλειψη.
Όσο για το είδος της άσκησης, δεν υπάρχει μία ξεκάθαρη «νικήτρια» επιλογή. Προγράμματα που συνδυάζουν διαφορετικές μορφές δραστηριότητας, όπως αερόβια άσκηση και ενδυνάμωση, φαίνεται να υπερέχουν σε σχέση με τη μονοδιάστατη προσέγγιση. Αυτό υποδηλώνει ότι η ποικιλία και η προσαρμογή στις προτιμήσεις του ατόμου ίσως είναι πιο σημαντικές από το ίδιο το είδος της γυμναστικής.
Τα όρια των δεδομένων και τι μένει να απαντηθεί
Παρά τα ενθαρρυντικά ευρήματα, οι ειδικοί τονίζουν ότι τα επιστημονικά δεδομένα έχουν ακόμη κενά. Πολλές μελέτες ήταν μικρής διάρκειας και δεν παρακολούθησαν τους συμμετέχοντες μετά το τέλος της παρέμβασης. Έτσι, δεν γνωρίζουμε με βεβαιότητα αν τα οφέλη της άσκησης διατηρούνται μακροπρόθεσμα ή ποια άτομα ωφελούνται περισσότερο. Η ανάγκη για μεγαλύτερες, ποιοτικότερες έρευνες παραμένει.
Το συμπέρασμα είναι ξεκάθαρο: η γυμναστική δεν αποτελεί πανάκεια ούτε αντικαθιστά απαραίτητα την ψυχοθεραπεία ή τα φάρμακα. Μπορεί, όμως, να αποτελέσει έναν ουσιαστικό σύμμαχο στη διαχείριση της κατάθλιψης, προσφέροντας οφέλη τόσο στην ψυχική όσο και στη σωματική υγεία. Το κλειδί βρίσκεται στην εξατομίκευση και στη βιωσιμότητα: να βρεθεί μια μορφή κίνησης που ταιριάζει στον άνθρωπο και μπορεί να ενταχθεί στη ζωή του χωρίς πίεση.