Ο Τραμπ ανακοίνωσε τον «αποκλεισμό» της Βενεζουέλας: «Τρομοκρατική οργάνωση» το καθεστώς Μαδούρο
Τον «πλήρη και απόλυτο αποκλεισμό όλων των πετρελαιοφόρων δεξαμενόπλοιων που υπόκεινται σε κυρώσεις και κατευθύνονται προς ή αποχωρούν από τη Βενεζουέλα» διέταξε ο Ντόναλντ Τραμπ.
Την πρόθεσή του να προχωρήσουν οι Ηνωμένες Πολιτείες στην επιβολή ναυτικού αποκλεισμού της Βενεζουέλας ανακοίνωσε χθες, Τρίτη (16/12), ο Ντόναλντ Τραμπ, βάζοντας στο στόχαστρο δεξαμενόπλοια που μεταφέρουν πετρέλαιο από και προς τη χώρα, στο πλαίσιο της περαιτέρω σκλήρυνσης της αμερικανικής πολιτικής έναντι του Καράκας.
Σε ανάρτησή του στην πλατφόρμα Truth Social, ο Αμερικανός πρόεδρος δήλωσε ότι «διατάσσει τον πλήρη και απόλυτο αποκλεισμό όλων των πετρελαιοφόρων δεξαμενόπλοιων που υπόκεινται σε κυρώσεις και κατευθύνονται προς ή αποχωρούν από τη Βενεζουέλα», υπογραμμίζοντας ότι πρόκειται για μέτρο εθνικής ασφάλειας.
Οι σχέσεις Ουάσιγκτον–Καράκας βρίσκονται σε παρατεταμένη ένταση εδώ και χρόνια, ωστόσο έχουν επιδεινωθεί ακόμη περισσότερο μετά την επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο τον Ιανουάριο. Η κυβέρνησή του έχει μετατρέψει τον πρόεδρο της Βενεζουέλας, Νικολάς Μαδούρο, σε κεντρικό στόχο της εξωτερικής της πολιτικής στη Λατινική Αμερική.
Ο Τραμπ επανέλαβε τις κατηγορίες ότι η κυβέρνηση Μαδούρο χρησιμοποιεί τα έσοδα από το πετρέλαιο για να χρηματοδοτεί «ναρκωτρομοκρατία, εμπορία ανθρώπων, δολοφονίες και απαγωγές», ενώ υποστήριξε ότι η κυβέρνησή του χαρακτήρισε επίσημα το καθεστώς της Βενεζουέλας «ξένη τρομοκρατική οργάνωση».
Η αντίδραση του Καράκας ήταν άμεση, με την κυβέρνηση Μαδούρο να καταγγέλλει την ανακοίνωση ως «γκροτέσκα στρατιωτική απειλή», την οποία «απορρίπτει κατηγορηματικά». Σε ανακοίνωσή της, υποστήριξε ότι ο Αμερικανός πρόεδρος επιχειρεί να επιβάλει έναν «παράλογο και παράνομο ναυτικό αποκλεισμό» με στόχο την υφαρπαγή του εθνικού πλούτου της χώρας.
Ενισχυμένη η στρατιωτική παρουσία των ΗΠΑ στην Καραϊβική
Τους τελευταίους μήνες, οι ΗΠΑ έχουν αυξήσει σημαντικά τη στρατιωτική τους παρουσία στην Καραϊβική, αναπτύσσοντας πολεμικά πλοία, πυραυλοφόρα αντιτορπιλικά, αποβατικά σκάφη, πυρηνοκίνητο υποβρύχιο, καθώς και το αεροπλανοφόρο USS Gerald Ford. Παράλληλα, έχουν αναπτυχθεί μαχητικά αεροσκάφη F-35, αεροσκάφη ηλεκτρονικού πολέμου και μέσα εναέριου ανεφοδιασμού.
Επισήμως, η Ουάσιγκτον υποστηρίζει ότι οι επιχειρήσεις εντάσσονται στο πλαίσιο της καταπολέμησης της διακίνησης ναρκωτικών προς τις ΗΠΑ. Ωστόσο, ειδικοί και διεθνείς οργανισμοί, μεταξύ των οποίων και ο ΟΗΕ, έχουν εκφράσει σοβαρές επιφυλάξεις για τη νομιμότητα των επιχειρήσεων.
Από τις αρχές Σεπτεμβρίου, αμερικανικές δυνάμεις έχουν πλήξει τουλάχιστον 26 πλεούμενα στην Καραϊβική και στον ανατολικό Ειρηνικό, τα οποία –σύμφωνα με την αμερικανική κυβέρνηση– εμπλέκονταν στη διακίνηση ναρκωτικών. Μέχρι στιγμής δεν έχουν παρουσιαστεί δημόσια αποδείξεις για τις καταγγελίες αυτές, ενώ στα πλήγματα έχουν χάσει τη ζωή τους τουλάχιστον 95 άνθρωποι.
«Η Βενεζουέλα είναι πλέον πλήρως περικυκλωμένη από τη μεγαλύτερη ναυτική δύναμη που έχει συγκεντρωθεί ποτέ στη Νότια Αμερική», δήλωσε ο Τραμπ, προσθέτοντας ότι η στρατιωτική ισχύς των ΗΠΑ «θα συνεχίσει να αυξάνεται». Παράλληλα, άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο περαιτέρω κλιμάκωσης, αναφερόμενος ακόμη και σε χερσαίες επιχειρήσεις.
Στήριξη από την αντιπολίτευση – Οικονομικός αντίκτυπος
Η πολιτική αυτή χαιρετίστηκε από την ηγέτιδα της αντιπολίτευσης στη Βενεζουέλα, Μαρία Κορίνα Ματσάδο, η οποία δήλωσε στο CBS News ότι απαιτείται «περισσότερη πίεση» ώστε ο Νικολάς Μαδούρο «να κατανοήσει ότι πρέπει να αποχωρήσει από την εξουσία».
Η Βενεζουέλα τελεί υπό αμερικανικό εμπάργκο στο πετρέλαιο από το 2019, γεγονός που την έχει αναγκάσει να διοχετεύει μεγάλο μέρος της παραγωγής της στη μαύρη αγορά, σε χαμηλότερες τιμές, με βασικό προορισμό την Κίνα.
Η νέα ανακοίνωση ήρθε λίγες ημέρες μετά την κατάσχεση από τις ΗΠΑ του δεξαμενόπλοιου Skipper στα ανοικτά της Βενεζουέλας. Το πλοίο, που φέρεται να μετέφερε έως και δύο εκατομμύρια βαρέλια αργού πετρελαίου αξίας δεκάδων εκατομμυρίων δολαρίων, οδηγήθηκε σε αμερικανικό λιμάνι. Σύμφωνα με την Ουάσιγκτον, το δεξαμενόπλοιο τελούσε υπό κυρώσεις από το 2022 λόγω φερόμενων διασυνδέσεων με τους Φρουρούς της Επανάστασης του Ιράν και τη Χεζμπολάχ.
Ο Λευκός Οίκος αναγνώρισε ότι η κατάσχεση ενδέχεται να εγείρει νομικά ζητήματα, ενώ το θέμα έχει ήδη προκαλέσει έντονες αντιπαραθέσεις στο εσωτερικό των ΗΠΑ.