Αλκοόλ: Ακόμα και η μέτρια ή χαμηλή κατανάλωση προκαλεί ορατές βλάβες στον εγκέφαλο
Ακόμα και μικρή ποσότητα αλκοόλ επιφέρει εγκεφαλικές αλλαγές, σύμφωνα με νέα μελέτη.
Με προβλήματα υγείας συνδέεται ακόμα και η μετριοπαθής χρήση αλκοόλ, ειδικά όταν συνδυάζεται με τη γήρανση. Σε αυτό το συμπέρασμα καταλήγει νέα μελέτη που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Alcohol. Πιο συγκεκριμένα αναφέρεται ότι και με χαμηλά επίπεδα κατανάλωσης σημειώνονται μετρήσιμες αλλαγές στον ανθρώπινο εγκέφαλο, όπως μειωμένη ροή αίματος και μείωση του εγκεφαλικού ιστού. Τα ευρήματα θέτουν υπό αμφισβήτηση την ιδέα των «ασφαλών» επιπέδων κατανάλωσης.
Τι ξέραμε μέχρι σήμερα
Για πολλά χρόνια, οι ειδικοί της δημόσιας υγείας υποστήριζαν ότι η μικρή κατανάλωση αλκοόλ ενέχει περιορισμένο κίνδυνο. Ωστόσο, νεότερα δεδομένα σε μεγάλη κλίμακα δείχνουν ότι οι πιθανότητες εκδήλωσης διάφορων ασθενειών φαίνεται να αυξάνονται ακόμη και από χαμηλά επίπεδα πρόσληψης. Σύμφωνα με τα ερευνητικά δεδομένα, υπάρχουν ήδη ενδείξεις ότι ακόμη και το λεγόμενο «light drinking» συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο για τουλάχιστον έξι μορφές καρκίνου.
Με βάση αυτή τη συζήτηση, οι ερευνητές θέλησαν να εξετάσουν πιο συγκεκριμένα τι συμβαίνει στον εγκέφαλο ανθρώπων που καταναλώνουν μικρές ποσότητες αλκοόλ. Στη μελέτη συμμετείχαν υγιείς ενήλικες ηλικίας 22 έως 70 ετών, οι οποίοι δεν κάπνιζαν και δεν είχαν σοβαρά ιατρικά ή ψυχολογικά προβλήματα. Όλοι έπιναν έως περίπου 60 « ποτά» τον μήνα, δηλαδή επίπεδα που σε πολλές χώρες θεωρούνται χαμηλά.
Τι έδειξαν οι σαρώσεις του εγκέφαλο
Οι επιστήμονες χρησιμοποίησαν ερωτηματολόγια για να υπολογίσουν την κατανάλωση αλκοόλ όχι μόνο τον τελευταίο χρόνο, αλλά και σε βάθος τριετίας και συνολικά σε όλη τη ζωή. Στη συνέχεια, οι συμμετέχοντες υποβλήθηκαν σε μαγνητικές τομογραφίες, οι οποίες επέτρεψαν στους ερευνητές να μετρήσουν τόσο το πάχος του εγκεφαλικού φλοιού όσο και τη ροή του αίματος σε διάφορες περιοχές του εγκεφάλου.
Τα αποτελέσματα έδειξαν ένα σταθερό μοτίβο: όσο αυξάνονταν τα συνολικά «ποτά», ειδικά σε συνδυασμό με την ηλικία, τόσο μειωνόταν η αιμάτωση του εγκεφάλου. Σε αρκετές περιοχές, η μείωση αυτή ήταν εκτεταμένη, επηρεάζοντας μεγάλα τμήματα του εγκεφαλικού φλοιού. Παράλληλα, καταγράφηκε λέπτυνση του ίδιου του ιστού, κάτι που θεωρείται ένδειξη απώλειας ή συρρίκνωσης νευρικών κυττάρων.
Ιδιαίτερη σημασία δόθηκε στον μετωπιαίο και στον βρεγματικό λοβό του εγκεφάλου, οι οποίοι σχετίζονται, για παράδειγμα, με τον σχεδιασμό, τη συγκέντρωση, τον έλεγχο της συμπεριφοράς και την επεξεργασία αισθητηριακών πληροφοριών. Αυτές οι περιοχές, υποστηρίζουν οι ερευνητές, μπορεί να είναι πιο ευάλωτες στη μακροχρόνια επίδραση του αλκοόλ, ειδικά όταν αυτό συνδυάζεται με τη φυσιολογική γήρανση.
Ένα από τα βασικά σημεία της μελέτης είναι ότι δεν απαιτείται υψηλή κατανάλωση για να εμφανιστούν αυτές οι αλλαγές. Ακόμη κα με χαμηλά ή μέτρια επίπεδα, όταν η επίδραση είναι σωρευτική σε βάθος χρόνου, σχετίζεται με μετρήσιμες διαφοροποιήσεις στη δομή και τη λειτουργία του εγκεφάλου. Αυτό ενισχύει την ιδέα ότι το «πόσο συχνά» και το «για πόσο καιρό» μπορεί να είναι εξίσου σημαντικό με το «πόσο πολύ» πίνει κανείς.
Ο ρόλος του οξειδωτικού στρες
Οι επιστήμονες εκτιμούν ότι ένας πιθανός μηχανισμός πίσω από αυτές τις αλλαγές είναι το οξειδωτικό στρες. Πρόκειται για μια κατάσταση κατά την οποία το σώμα παράγει ουσίες που μπορούν να βλάψουν τα κύτταρα, ιδιαίτερα όταν συνδυάζονται με τη φυσιολογική φθορά της ηλικίας. Το αλκοόλ φαίνεται να ενισχύει αυτή τη διαδικασία, επιβαρύνοντας σταδιακά τον εγκεφαλικό ιστό.
Παρά τους όποιους περιορισμούς οι ερευνητές υπογραμμίζουν ότι οι εγκεφαλικές αλλαγές συνδέονται πρακτικά με λειτουργικές επιπτώσεις στην καθημερινότητα, π.χ. στην ισορροπία, τον συντονισμό κινήσεων και τη δεξιότητα. Το συνολικό μήνυμα της μελέτης είναι σαφές: ο συνδυασμός ηλικίας και ακόμη και χαμηλής κατανάλωσης αλκοόλ φαίνεται να σχετίζεται με σταδιακές αλλαγές στον εγκέφαλο. Και αυτό ανοίγει ξανά τη συζήτηση για το κατά πόσο όντως ανταποκρίνονται τα λεγόμενα «χαμηλού κινδύνου» όρια κατανάλωσης στη βιολογική πραγματικότητα.