Πίνουμε αλκοόλ επειδή νιώθουμε άσχημα και όχι το ανάποδο - Τι λέει νέα μελέτη
Η καλή ψυχολογία φαίνεται να μειώνει την κατανάλωση αλκοόλ με τον χρόνο.
Πίνουμε επειδή νιώθουμε άσχημα ή νιώθουμε άσχημα επειδή πίνουμε; Το ερώτημα απασχολεί εδώ και χρόνια την επιστημονική κοινότητα, όμως μια νέα μελέτη έρχεται να δώσει μια πιο ξεκάθαρη απάντηση. Τα δεδομένα δείχνουν ότι για τον μέσο άνθρωπο, η ψυχική νόσος προηγείται και επηρεάζει τη σχέση με το αλκοόλ – όχι το αντίστροφο. Με απλά λόγια, όσο καλύτερα νιώθει κανείς, τόσο λιγότερο είναι πιθανό να αυξήσει την κατανάλωση ποτών με την πάροδο του χρόνου.
Το ερώτημα για το ποτό και την ψυχολογία
Η σχέση ανάμεσα στο στρες, την ψυχολογία και το αλκοόλ είναι γνωστή. Σε πολλές περιπτώσεις, ιδιαίτερα σε άτομα με βαριά εξάρτηση, η υπερβολική κατανάλωση φαίνεται να επιδεινώνει την κατάθλιψη και το άγχος. Ωστόσο, τέτοιες μελέτες βασίζονται κυρίως σε εθελοντές και δεν αντικατοπτρίζουν απαραίτητα τη συμπεριφορά του γενικού πληθυσμού. Έτσι, παρέμενε ανοιχτό το ερώτημα για το τι συμβαίνει στην καθημερινότητα των «μέσων» καταναλωτών.
Για να το διερευνήσουν, οι ερευνητές στράφηκαν σε ενήλικες χωρίς σοβαρά προβλήματα εξάρτησης και παρακολούθησαν τη συμπεριφορά τους σε βάθος χρόνου. Συνολικά συμμετείχαν 816 άτομα από τη Γερμανία, ηλικίας 18 έως 64 ετών, τα οποία είχαν καταναλώσει αλκοόλ έστω και περιστασιακά τον τελευταίο χρόνο. Η επιλογή τους έγινε σε δημόσιο χώρο ώστε να αποφευχθούν οι στρεβλώσεις που συχνά εμφανίζονται σε έρευνες με εθελοντές ή ασθενείς.
Οι επιστήμονες δεν περιορίστηκαν σε μια απλή καταγραφή, αλλά παρακολούθησαν τους συμμετέχοντες για έναν ολόκληρο χρόνο, με τέσσερις διαδοχικές μετρήσεις. Κατέγραφαν τόσο τη συχνότητα και την ποσότητα κατανάλωσης αλκοόλ όσο και τη συναισθηματική τους κατάσταση. Για να αποτυπώσουν την ψυχική ευεξία, χρησιμοποίησαν ένα σύντομο ερωτηματολόγιο που αξιολογούσε πόσο συχνά ένιωθαν άγχος, λύπη, ηρεμία ή ευχαρίστηση.
Τι έδειξαν τα αποτελέσματα
Η προσέγγιση αυτή επέτρεψε στους ερευνητές να δουν πώς εξελίσσονται οι δύο αυτοί παράγοντες και – κυρίως – ποιος επηρεάζει ποιον. Τα αποτελέσματα ήταν σαφή: η καλύτερη ψυχική κατάσταση σε μια χρονική στιγμή συνδεόταν με μικρότερη αύξηση ή ακόμη και μείωση της κατανάλωσης αλκοόλ αργότερα. Με άλλα λόγια, η συναισθηματική ισορροπία λειτουργεί ως «προστατευτικός μηχανισμός» απέναντι στην υπερκατανάλωση.
Αντίθετα, δεν βρέθηκαν ενδείξεις ότι η αυξημένη κατανάλωση αλκοόλ οδηγεί από μόνη της σε επιδείνωση της ψυχικής κατάστασης στον γενικό πληθυσμό. Αυτό έρχεται σε αντίθεση με την ευρέως διαδεδομένη αντίληψη ότι το αλκοόλ είναι η βασική αιτία ψυχολογικής πτώσης σε όλους. Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι η σχέση αυτή μπορεί να ισχύει σε πιο ακραίες περιπτώσεις, αλλά όχι απαραίτητα στην καθημερινότητα των περισσότερων ανθρώπων.
Κατά τη διάρκεια του έτους, η συνολική κατανάλωση αλκοόλ των συμμετεχόντων αυξήθηκε ελαφρώς. Ωστόσο, όσοι δήλωναν καλύτερη ψυχική κατάσταση παρουσίασαν πολύ πιο ήπια αύξηση σε σχέση με εκείνους που βίωναν έντονο στρες ή αρνητικά συναισθήματα. Αυτό ενισχύει την ιδέα ότι η ψυχική ευεξία δεν είναι απλώς αποτέλεσμα ενός υγιεινού τρόπου ζωής, αλλά και παράγοντας που τον διαμορφώνει ενεργά.
Τι σημαίνουν τα ευρήματα για τη δημόσια υγεία
Τα ευρήματα αυτά έχουν πρακτικές προεκτάσεις για τη δημόσια υγεία. Αντί να εστιάζουν αποκλειστικά στη μείωση της κατανάλωσης αλκοόλ, οι ειδικοί προτείνουν παρεμβάσεις που ενισχύουν τη συναισθηματική ανθεκτικότητα. Η βελτίωση της ψυχικής υγείας θα μπορούσε έμμεσα να περιορίσει και την ανάγκη για κατανάλωση αλκοόλ, συνεισφέροντας προληπτικά πριν η συνήθεια γίνει προβληματική.
Παρά τους όποιους περιορισμούς, η έρευνα προσφέρει μια πιο καθαρή εικόνα για το πώς η ψυχολογία επηρεάζει καθημερινές συνήθειες, δείχνοντας ότι η φροντίδα της ψυχικής υγείας μπορεί να λειτουργήσει ως «φρένο» σε συμπεριφορές που συχνά θεωρούνται ανεξάρτητες.