Η ψυχική υγεία είναι τελικά θέμα οικονομίας, λέει μελέτη
Όσο καλύτερες είναι οι οικονομικές συνθήκες τόσο λιγότερο εμφανίζονται προβλήματα ψυχικής υγείας.
Είναι η ψυχική υγεία απλώς ζήτημα φυσικής ευαλωτότητας ή μήπως έχει μια κρυφή οικονομική διάσταση; Νέα μεγάλη ανάλυση δεδομένων από τις Ηνωμένες Πολιτείες έρχεται να ενισχύσει τη δεύτερη εκδοχή, δείχνοντας ότι οι οικονομικές συνθήκες μιας περιοχής συνδέονται στενά με την ψυχολογική κατάσταση των κατοίκων της. Η μελέτη, που δημοσιεύτηκε στο PLoS One, υποστηρίζει ότι παράγοντες όπως το εισόδημα και το μορφωτικό επίπεδο εξηγούν μεγάλο μέρος των διαφορών στην ψυχική υγεία από περιοχή σε περιοχή.
Η ψυχική υγεία αποτελεί ήδη ένα από τα μεγαλύτερα ζητήματα δημόσιας υγείας. Δεν αφορά μόνο τις διαγνωσμένες ψυχιατρικές διαταραχές, αλλά και τη γενικευμένη ψυχολογική δυσφορία, η οποία μπορεί να λειτουργήσει ως παράγοντας κινδύνου για σοβαρά σωματικά προβλήματα, όπως καρδιαγγειακά νοσήματα ή διαβήτη. Παράλληλα, οι επιπτώσεις είναι και οικονομικές: μειωμένη παραγωγικότητα, αυξημένα κόστη περίθαλψης και συνολική επιβάρυνση των συστημάτων υγείας.
Τι δείχνουν τα δεδομένα από τις ΗΠΑ
Τα τελευταία χρόνια, οι ειδικοί εξετάζουν την υγεία όχι μόνο σε ατομικό επίπεδο, αλλά μέσα από ένα ευρύτερο κοινωνικό πλαίσιο. Σύμφωνα με αυτή την προσέγγιση, η υγεία επηρεάζεται από πολλαπλά επίπεδα: από τη βιολογία και τις προσωπικές συνήθειες μέχρι το κοινωνικό περιβάλλον, την εργασία και τις δημόσιες πολιτικές. Μέσα σε αυτό το πλέγμα, η οικονομική σταθερότητα και οι ευκαιρίες απασχόλησης παίζουν καθοριστικό ρόλο στην καθημερινή ζωή των ανθρώπων.
Η συγκεκριμένη έρευνα επιχείρησε να εντοπίσει τους λεγόμενους «ανάντη» παράγοντες, δηλαδή εκείνους που διαμορφώνουν το πλαίσιο μέσα στο οποίο αναπτύσσονται τα προβλήματα υγείας. Σε αντίθεση με τις «κατάντη» παρεμβάσεις – όπως τη θεραπεία ενός ασθενούς αφού εμφανιστεί το πρόβλημα – η ανάλυση επικεντρώνεται στις συνθήκες που προηγούνται, όπως στην κατανομή του πλούτου, την εκπαίδευση και την πρόσβαση σε βασικούς πόρους.
Πώς διεξήχθη η μελέτη
Οι ερευνητές αξιοποίησαν δεδομένα από το 2019, λίγο πριν την πανδημία, ώστε να αποτυπώσουν μια πιο «κανονική» εικόνα της οικονομίας. Συγκέντρωσαν στοιχεία από διάφορες κομητείες των ΗΠΑ, εξετάζοντας μεταβλητές όπως την ανεργία, τα επίπεδα εισοδήματος, τις τιμές κατοικίας, τη χρήση κρατικών επιδομάτων και το μορφωτικό επίπεδο του πληθυσμού. Παράλληλα, κατέγραψαν την ψυχική υγεία μέσω ερωτημάτων για το πόσες ημέρες τον μήνα οι συμμετέχοντες ένιωθαν ότι δεν ήταν ψυχικά καλά.
Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι περίπου το 16% των ενηλίκων ανέφερε περισσότερες από δύο εβδομάδες κακής ψυχικής υγείας μέσα σε έναν μήνα. Ωστόσο, οι διαφορές μεταξύ περιοχών ήταν σημαντικές. Ορισμένες περιοχές εμφάνιζαν πολύ υψηλότερα ποσοστά ψυχολογικής επιβάρυνσης, ενώ άλλες σαφώς χαμηλότερα, κάτι που υποδηλώνει ότι το τοπικό περιβάλλον παίζει ρόλο.
Οι παράγοντες που κάνουν τη διαφορά
Όταν οι ερευνητές ανέλυσαν τα δεδομένα σε βάθος, διαπίστωσαν ότι οι οικονομικοί παράγοντες εξηγούν περίπου το 70% αυτών των διαφορών. Με άλλα λόγια, το πού ζει κανείς και υπό ποιες οικονομικές συνθήκες φαίνεται να επηρεάζει έντονα την ψυχική του κατάσταση. Μεταξύ των σημαντικότερων παραγόντων ξεχώρισαν το μέσο εισόδημα, το ποσοστό των κατοίκων με πανεπιστημιακή εκπαίδευση, η εξάρτηση από επιδόματα και η ανάγκη για επισιτιστική βοήθεια.
Το εισόδημα αναδείχθηκε ως ο ισχυρότερος παράγοντας. Περιοχές με υψηλότερα εισοδήματα εμφάνιζαν χαμηλότερα επίπεδα ψυχολογικής δυσφορίας. Αυτό μπορεί να εξηγηθεί από το γεγονός ότι η οικονομική άνεση προσφέρει μεγαλύτερη ασφάλεια, καλύτερες συνθήκες διαβίωσης και λιγότερο άγχος για την κάλυψη βασικών αναγκών.
Αντίστοιχα, η εκπαίδευση φαίνεται να λειτουργεί προστατευτικά. Περιοχές με μεγαλύτερο ποσοστό αποφοίτων πανεπιστημίου είχαν καλύτερη ψυχική υγεία. Η εκπαίδευση συνδέεται συνήθως με καλύτερες επαγγελματικές ευκαιρίες, υψηλότερα εισοδήματα και ευρύτερα κοινωνικά δίκτυα, τα οποία μπορούν να λειτουργήσουν ως «δίχτυ ασφαλείας» σε περιόδους πίεσης.
Αντίθετα, η αυξημένη χρήση κρατικών επιδομάτων συνδέθηκε με υψηλότερα επίπεδα ψυχολογικής δυσφορίας. Οι ερευνητές τονίζουν ότι αυτό δεν σημαίνει πως τα επιδόματα προκαλούν προβλήματα ψυχικής υγείας, αλλά ότι αποτελούν ένδειξη βαθύτερης οικονομικής δυσκολίας. Σε τέτοιες συνθήκες, η οικονομική ενίσχυση μπορεί να βοηθά, αλλά δεν αρκεί για να εξαλείψει το συνολικό άγχος της φτώχειας.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και ο ρόλος της καθημερινότητας στην εργασία. Περιοχές με μεγαλύτερη εξ αποστάσεως εργασία εμφάνιζαν χαμηλότερα επίπεδα ψυχολογικής επιβάρυνσης, πιθανόν λόγω καλύτερης ισορροπίας μεταξύ επαγγελματικής και προσωπικής ζωής. Αντίθετα, οι μεγάλες καθημερινές μετακινήσεις συνδέθηκαν με αυξημένο άγχος, καθώς περιορίζουν τον ελεύθερο χρόνο και ενισχύουν την κόπωση.
Τέλος, οι διαφορές μεταξύ αστικών και αγροτικών περιοχών δείχνουν ότι το ίδιο μέτρο μπορεί να έχει διαφορετική σημασία ανάλογα με το πλαίσιο. Για παράδειγμα, η πρόσβαση σε δημόσια ασφάλιση υγείας συνδέθηκε με καλύτερη ψυχική υγεία στις πόλεις, αλλά όχι στην ύπαιθρο, όπου η έλλειψη υποδομών περιορίζει την αποτελεσματικότητά της.
Παρά τους όποιους περιορισμούς (π.χ. χρήση δεδομένων από μία μόνο χρονική στιγμή και η εξάρτηση από αυτοαναφορές), η μελέτη ενισχύει μια κρίσιμη ιδέα: η ψυχική υγεία δεν είναι μόνο προσωπική υπόθεση. Αντίθετα, φαίνεται να είναι σε μεγάλο βαθμό αντανάκλαση των οικονομικών και κοινωνικών συνθηκών μέσα στις οποίες ζούμε. Επομένως, οι λύσεις ίσως πρέπει να αναζητηθούν όχι μόνο στα ιατρεία, αλλά και σε πολιτικές που αναβαθμίζουν την καθημερινότητα.