Αν έχεις επίμονα συμπτώματα άγχους, φταίει (κυρίως) ο ύπνος σου
Ο κακός ύπνος συνδέεται πιο έντονα με το άγχος από την ανεργία ή την κοινωνική απομόνωση.
Ο ύπνος παίζει καθοριστικό ρόλο στο πόσο έντονα βιώνουν οι άνθρωποι τα συμπτώματα άγχους, σύμφωνα με νέα διεθνή μελέτη που χρησιμοποίησε τεχνικές τεχνητής νοημοσύνης για να αναλύσει χιλιάδες δεδομένα από την καθημερινότητα των ανθρώπων. Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι η κακή ποιότητα ύπνου συνδέεται πιο έντονα με το άγχους από άλλους γνωστούς παράγοντες, όπως την ανεργία, την κοινωνική απομόνωση ή τις τραυματικές εμπειρίες της ζωής.
Πώς διεξήχθη η μελέτη
Η έρευνα βασίστηκε σε στοιχεία από 4.186 ενήλικες ηλικίας 18 έως 85 ετών από περίπου 20 χώρες, οι οποίοι συμπλήρωσαν ένα ευρέως χρησιμοποιούμενο ερωτηματολόγιο για το άγχος, καθώς και ερωτήσεις σχετικά με τον τρόπο ζωής τους, τις κοινωνικές τους σχέσεις και τις δυσκολίες που έχουν βιώσει. Ο στόχος ήταν να εξεταστεί πώς πολλοί διαφορετικοί παράγοντες –από τον ύπνο και την άσκηση μέχρι την εργασία και τις προσωπικές εμπειρίες– συνδέονται συνολικά με τα συμπτώματα άγχους.
Για να το πετύχουν αυτό, χρησιμοποίησαν αλγορίθμους μηχανικής μάθησης, δηλαδή υπολογιστικά μοντέλα που μπορούν να εντοπίζουν μοτίβα μέσα σε μεγάλα σύνολα δεδομένων. Με τη βοήθεια αυτών των εργαλείων, οι ερευνητές αξιολόγησαν ποιοι παράγοντες σχετίζονται περισσότερο με την παρουσία μέτριων έως σοβαρών συμπτωμάτων άγχους. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι περίπου ένας στους τέσσερις συμμετέχοντες εμφάνιζε επίπεδα άγχους που θεωρούνται κλινικά σημαντικά. Όταν οι επιστήμονες εξέτασαν ποιοι παράγοντες συνδέονται περισσότερο με αυτά τα συμπτώματα, ένας ξεχώρισε καθαρά: η συχνότητα με την οποία κάποιος κοιμάται καλά τη νύχτα.
Ο ύπνος αναδεικνύεται ως ο σημαντικότερος παράγοντας
Οι άνθρωποι που ανέφεραν ότι σπάνια έχουν έναν καλό και ξεκούραστο ύπνο είχαν πολύ μεγαλύτερη πιθανότητα να παρουσιάζουν έντονα συμπτώματα άγχους. Αντίθετα, όσοι δήλωσαν ότι κοιμούνται καλά τις περισσότερες ή όλες τις νύχτες είχαν σημαντικά μικρότερη πιθανότητα να βιώνουν τέτοια προβλήματα. Παρότι ο ύπνος αναδείχθηκε ως ο σημαντικότερος παράγοντας, δεν ήταν ο μόνος. Η ανάλυση έδειξε ότι το άγχος συνδέεται επίσης έντονα με την εργασιακή κατάσταση. Οι άνθρωποι που ήταν άνεργοι ή δήλωναν ότι δεν μπορούν να εργαστούν είχαν σημαντικά μεγαλύτερη πιθανότητα να εμφανίζουν υψηλά επίπεδα άγχους. Αντίθετα, η εργασία, οι σπουδές ή ακόμη και η συνταξιοδότηση φαίνεται να λειτουργούν προστατευτικά.
Η κοινωνική ζωή αποδείχθηκε επίσης σημαντική. Όσοι δήλωσαν ότι σχεδόν ποτέ δεν συναντούν φίλους ή γνωστούς από κοντά εμφάνιζαν μεγαλύτερη πιθανότητα να έχουν έντονα συμπτώματα άγχους. Ακόμη και η περιστασιακή διά ζώσης κοινωνική επαφή φάνηκε να σχετίζεται με χαμηλότερα επίπεδα άγχους.
Ο ρόλος του τραύματος και του εκφοβισμού
Σημαντικό ρόλο φαίνεται να παίζουν και οι τραυματικές εμπειρίες στη ζωή ενός ανθρώπου, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για εμπειρίες που προέρχονται από διαπροσωπικές σχέσεις. Μεταξύ αυτών, η παιδική κακοποίηση ή παραμέληση από γονείς ή κηδεμόνες, καθώς και ο εκφοβισμός από συνομηλίκους (bullying) συγκαταλέγονταν στους παράγοντες που συνδέονται πιο έντονα με αυξημένα συμπτώματα άγχους.
Η σωματική δραστηριότητα βρέθηκε επίσης να σχετίζεται με την ψυχική υγεία. Τα άτομα που δήλωναν ότι σπάνια ή ποτέ δεν ασκούνται είχαν μεγαλύτερη πιθανότητα να εμφανίζουν έντονο άγχος, αν και ο παράγοντας αυτός φάνηκε να έχει μικρότερη επίδραση σε σχέση με τον ύπνο, την εργασία ή την κοινωνική ζωή.
Ένα ενδιαφέρον εύρημα της μελέτης ήταν ότι οι παράγοντες αυτοί δεν επηρεάζουν όλες τις ηλικιακές ομάδες με τον ίδιο τρόπο. Τα μοντέλα τεχνητής νοημοσύνης κατάφεραν να προβλέψουν πιο εύκολα τα συμπτώματα άγχους στους μεγαλύτερους σε ηλικία συμμετέχοντες, γεγονός που υποδηλώνει ότι ο τρόπος ζωής και οι εμπειρίες που εξετάστηκαν παίζουν μεγαλύτερο ρόλο σε αυτές τις ηλικίες.
Για τους νεότερους, ηλικίας 18 έως 34 ετών, ορισμένοι παράγοντες είχαν διαφορετική βαρύτητα. Για παράδειγμα, η εργασιακή κατάσταση φάνηκε να επηρεάζει λιγότερο τα επίπεδα άγχους σε σχέση με τις μεγαλύτερες ηλικίες. Αντίθετα, οι εμπειρίες διαπροσωπικού τραύματος –όπως ο εκφοβισμός ή η κακοποίηση στην παιδική ηλικία– φαίνεται να έχουν πιο ισχυρή σχέση με το άγχος στους νεότερους.
Γιατί τα ευρήματα έχουν σημασία για την πρόληψη του άγχους
Σύμφωνα με τους ερευνητές, τα αποτελέσματα αυτά δείχνουν ότι η πρόληψη και η αντιμετώπιση του άγχους δεν θα πρέπει να περιορίζονται μόνο σε φαρμακευτικές ή ψυχοθεραπευτικές παρεμβάσεις. Η βελτίωση του ύπνου, η ενίσχυση της κοινωνικής ζωής, η σωματική δραστηριότητα και η αντιμετώπιση κοινωνικών προβλημάτων όπως η ανεργία ή η κακοποίηση μπορεί να αποτελέσουν σημαντικά εργαλεία για τη μείωση των συμπτωμάτων άγχους σε επίπεδο πληθυσμού.
Tο συμπέρασμα είναι ότι το άγχος δεν είναι μόνο ζήτημα ατομικής ψυχολογίας. Συνδέεται στενά με τον τρόπο που ζούμε, εργαζόμαστε, κοιμόμαστε και σχετιζόμαστε με τους άλλους. Και, όπως δείχνει η νέα μελέτη, ακόμη και απλές καθημερινές συνήθειες –όπως ένας καλός νυχτερινός ύπνος– μπορεί να έχουν μεγαλύτερη σημασία για την ψυχική υγεία απ’ ό,τι ίσως φανταζόμαστε.
Η μελέτη δημοσιεύτηκε στο Plos Psychology.