Δολοφονία στον Άγιο Δημήτριο: Να δικαστεί ο 20χρονος για συνέργεια ζητά η εισαγγελέας
«Δε χωρά στη λογική ότι είδε το παιδί να μαχαιρώνεται και το άφησαν να πεθάνει» σημείωσε κατά την αγόρευσή της η εισαγγελέας.
Την αναβάθμιση της κατηγορίας για τον 20χρονο που συνόδευσε τον δράστη της δολοφονίας του 27χρονου στο πάρκο ασύρματου στον Άγιο Δημήτριο, εισηγείται η εισαγγελέας της έδρας, ζητώντας αυτός να δικαστεί για συνέργεια στην ανθρωποκτονία.
Στη δίκη στο Τριμελές Αυτόφωρο Πλημμελειοδικείο Αθηνών κατηγορούνται τρεις νεαροί για υπόθαλψη εγκληματία. Πέραν του 20χρονου, κατηγορούνται και η πρώην σύντροφος του θύματος και μετέπειτα του δολοφόνου καθώς και μια φίλη τους, που πήγαν μαζί με το δράστη σε ένα airbnb λίγες ώρες μετά το φόνο, αντί να ενημερώσουν τις Αρχές.
Το θύμα ήταν γιος ανώτατου αξιωματικού της ΕΛΑΣ και έπεσε νεκρός μετά από χτύπημα με μαχαίρι, μετά την επίθεση που δέχθηκε το δράστη, ο οποίος έχει ήδη ομολογήσει και έχει προφυλακιστεί.
«Ο ορισμός του απλού συνεργού» - Τι αγόρευσε η εισαγγελέας
Κατά την αγόρευση της, η εισαγγελέας της έδρας πρότεινε την απαλλαγή των τριών κατηγορουμένων για το αδίκημα της υπόθαλψης εγκληματία και παράλληλα τη διαβίβαση των πρακτικών της δίκης για τον 20χρονο πρώτο κατηγορούμενο, ώστε αυτός να ερευνηθεί για απλή συνέργεια σε ανθρωποκτονία.
«Είναι ο ορισμός του απλού συνεργού που στέκεται πλάι στο δράστη, παρέχοντας συνδρομή, πριν κατά τη διάρκεια και μετά την πράξη. Αντιστέκεται στην κοινή λογική ότι πήγε ο φίλος του με μεγάλο μαχαίρι και αυτός δεν μπορούσε να φανταστεί τίποτα. Δε χωρά στη λογική ότι είδε το παιδί να μαχαιρώνεται και το άφησαν να πεθάνει. Ακόμα και σε συνθήκες πολέμου δεν αφήνεται ένας άνθρωπος να πεθάνει έτσι».
Αναφορικά με τις δύο κατηγορούμενες, ανέφερε: «Το αδίκημα της υπόθαλψης πρέπει να συνδέεται με ιδιαίτερη νομική υποχρέωση. Εδώ δεν έχουμε τέτοια υποχρέωση όσο και να ψάξουμε. Θεωρώ ιδιαίτερα θλιβερό τόσο νέα παιδιά που υποτίθεται ότι οι γενιές βελτιώνονται και θα έπρεπε να στέκονται ο ένας δίπλα στον άλλον, να αφήσουν ένα νέο παιδί και να μην ενημερώσουν τις αρχές και τους γονείς. Παρόλα αυτά θεώρησαν σωστό να καθίσουν μαζί με το δράστη. Δεν θα έπρεπε να προκρίνεται αυτή η επιλογή. Είναι μια επιλογή υπέρ του δράστη και όχι υπέρ της αλήθειας και της δικαιοσύνης. Αλλά αυτό δεν αφορά το νόμο».
Τι υποστήριξε ο 20χρονος
Απολογούμενος ο 20χρονος φίλος του δράστη ανέφερε: «Θέλω να εκφράσω τα συλλυπητήρια μου. Δέχθηκα ένα τηλέφωνο από Γ (σ.σ. κατηγορούμενο) για να πιούμε μπύρες. Πήγαμε στον ασύρματο παρκάραμε, μιλούσα στο τηλέφωνο με την κοπέλα μου, είδα ότι μπήκε το αδικοχαμένο παιδί ο Θ.
Έιχα απόσταση μεγάλη, σίγουρα 150 μέτρα. Έβλεπα όμως ήταν κάτω από το φως. Εκείνη την ώρα είδα τον Γ να βγάζει το μαχαίρι και να τραυματίζει τον Θ. Έτρεξα να τους προλάβω αλλά πριν τον φτάσω έβγαλε το μαχαίρι. Ο Θ έτρεξε προς την είσοδο. Μου φώναξε πάμε να φύγουμε και έτρεξα και εγώ».
Πρόεδρος: Γιατί τρέξατε;
Κατηγορούμενος: Αγχώθηκα. Είδα το μαχαίρι και αγχώθηκα για τη ζωή μου. Το είχε πάνω του το μαχαίρι. Φτάσαμε κάτω από το σπίτι, περίμενα να αλλάξει ρούχα. Στο αυτοκίνητο σκέφτηκα να φύγω και να καλέσω την αστυνομία αλλά με είχε καταβάλει ο φόβος γιατί ήξερε που μένω. Σε παλιότερους τσακωμούς μας, γενικότερα ήταν οξύθυμος σας χαρακτήρας. Είχε και αίμα πάνω στο χέρι του.
Ερωτηθείς για το τι έγινε λίγες ώρες μετά, όταν βγήκαν ξανά με το δράστη και πήγαν σε ένα airbnb σε περιοχή του Πειραιά ανέφερε: «Καθώς μπήκαμε σε αυτό το δωμάτιο καθόμουν στον καναπέ και σκεφτόμουν αυτή η εικόνα που είδα μπροστά μου έπαιζε συνεχώς στο μυαλό μου. Το πρωί που πήγα στο μαγαζί, εκεί αντιλήφθηκα τη σοβαρότητα της κατάστασης. Ήμουν χαμένος στη σκέψη μου, δεν καταλάβαινα. Ήμουν σοκαρισμένος. Φοβόμουν».
Συγκλόνισε ο πατέρας του αδικοχαμένου 27χρονου
Στην κατάθεση του ο πατέρας του θύματος συγκλόνισε το ακροατήριο, ενώ μιλούσε κρατώντας μια φωτογραφία του παιδιού του και καταφέρθηκε κατά του πρώτου κατηγορούμενου.
«Από τα 300 μέτρα είδε τη λευκή λαβή του μαχαιριού. Το παιδί μου έπεσε ξεψύχησε στο σημείο που έπαιζε μπάλα μαζί μου.
Ο κατηγορούμενος τον άφησε και έφυγε δεν του είπε ρε αλήτη τι έκανες; Δεν έχω δουλειά μαζί σου δολοφόνε. Πήγαν στο αυτοκίνητο μαζί και έφυγαν.
Συνεχίσανε σαν να μην συμβαίνει τίποτα. Αφήσανε τον Θ να σφαδάζει. Καμία ανθρωπιά καμία ενσυναίσθηση.
Ρωτάει λες να ζει ακόμα;
Ήξερε ότι κουβαλούσε μαχαίρι.
Είχε απόλυτη γνώση
Την επόμενη ημέρα πήρα τηλέφωνο την άλλη κατηγορούμενη
Έβαλε τα κλάματα με λυγμούς
Την ενημερώνω εγώ για τη δολοφονία και έκανε πως δεν ήξερε τίποτα.
Με ρώταγε πως τι;
Τη ρώτησα αν ήξερε κάτι μου είπε ότι με το γιο μου μίλησε το περασμένο βράδυ στις οκτώ
Διάβασα την κατάθεση της και στηλιτεύει τον γιο μου ότι ήταν χειριστικός...
«Δεν ήθελα να τσακωθούνε»
Η πρώην σύντροφος του θύματος έκλαιγε με λυγμούς κατά τη διάρκεια της απολογίας της. «Όταν ο Κ μου είπε ότι θα βρεθούνε στο πάρκο, του είπα να μην πάει. Δεν πήγε το μυαλό μου εκεί βέβαια, απλά δεν ήθελα να τσακωθούνε. Εκείνος στο μυαλό του ήθελε να πάει να συζητήσει.
Μετά με είπε ότι θα έρθει να πάμε μια βόλτα. Δεν φαινόταν ανήσυχος. Τον ρώτησα τι έγινε, δεν έλεγε τίποτα. Μετά από περίπου 20 λεπτά ή μάνα μου με πήρε τηλέφωνο για να γυρίσω σπίτι. Μετά από λίγο ο Κ μου είπε ότι τον τραυμάτισε».
Πρόεδρος: Εσείς τι κάνατε
Κατηγορούμενη: Δεν θυμάμαι τι άκουσα ακριβώς εκείνη τη στιγμή. Ρώτησα, αλλά δεν θυμάμαι αν είπε την πραγματικότητα. Ήξερα ότι είναι τραυματισμένος. Τότε τον πήρε κάποιος τηλέφωνο και του είπε ότι έχει πεθάνει ένα παιδί στον ασύρματο.
Πρόεδρος: Και τι απάντησε ο Κ
Κατηγορούμενη: Ότι δεν τον ξέρει. Πήγα σπίτι. Δεν μπορούσα να το πιστέψω.
Πρόεδρος: Το υποψιαστήκατε ότι έχει πεθάνει;
Κατηγορούμενη: Ναι εννοείται αλλά δεν μπορούσα να το φανταστώ αυτό το πράγμα... Μετά μου έδωσε η μητέρα μου ένα ηρεμιστικό που δεν με βοήθησε να αντιδράσω όπως έπρεπε... Που δεν το δικαιολογώ.... Δεν αντέδρασα σωστά... Αλλά δεν ήμουν σε κατάσταση δεν ξέρω γιατί
Πρόεδρος: Ο δράστης σας ξαναπήρε δεύτερη φορά
Κατηγορούμενη: Μετά από μια ώρα περίπου
Πρόεδρος: Τι σας είπε
Κατηγορούμενη: Είπαμε να ξαναβρεθούμε όλοι μαζί
Πρόεδρος: Για ποιο λόγο;
Κατηγορούμενη: Χωρίς λόγο. Δεν υπήρχε λογική. Δεν μπορώ να σας το εξηγήσω. Εγώ δεν πίστευα τίποτα. Έλεγα ασυναρτησίες. Δεν μπορούσα να το συνειδητοποιήσω. Αρνιόμουν την κατάσταση. Κατά τις 6 το πρωί φύγαμε από rbnb
Πρόεδρος: Από τις 01.00 μέχρι 06.00 τι λέγατε
Κατηγορούμενη: Δεν θυμάμαι. Εγώ ήμουν πολύ ώρα στο μπαλκόνι. Αυτός πέταγε κάτι κουβέντες για αυτοκτονίες
Πρόεδρος: Ο δράστης;
Κατηγορούμενη: Ναι.
Πρόεδρος: Την επόμενη μέρα;
Κατηγορούμενη: Με πήρε τηλέφωνο ο πατέρας του. Εκείνη τη στιγμή συνειδητοποίησα τι έχει συμβεί, τότε κατάλαβα ότι είναι πραγματικότητα
Πρόεδρος: Δεν σας είχε πει ότι τον σκότωσε;
Κατηγορούμενη: Ναι αλλά δεν ήμουν σε θέση.... Ήμουν σαν πεθαμένη. Λειτουργούσα μηχανικά
Πρόεδρος: Ο πατέρας του τι σας είπε
Κατηγορούμενη: Με ρώτησε αν το έμαθα, είπα ναι... Τώρα δεν θυμάμαι καθόλου το διάλογο. Ότι σας είπε ισχύει. Τότε άρχισα να συνειδητοποιώ, να λέω ότι δεν γίνεται, ήρθε η μητέρα μου και της είπα ότι ξέρω ποιος το έκανε
Πρόεδρος: Μετά;
Κατηγορούμενη: Εκείνη ακολούθησε τη διαδικασία, πήρε δικηγόρο και πήγαμε στη ΓΑΔΑ. Ο Γ μου είχε πει ότι θέλει να βρεθούνε, αλλά εγώ του έλεγα να μην πάει. Δεν πίστευα ότι θα τον σκοτώσει... Ο δράστης με πήρε τηλέφωνο να πάμε για βόλτα. Δεν φαινόταν ανήσυχος. Τον ρώτησα τι έγινε, δεν έλεγε τίποτα. Μετά από περίπου 20 λεπτά ή μάνα μου με πήρε τηλέφωνο για να γυρίσω σπίτι. Άρχισα να λέω τι έγινε, νόμιζα ότι πήγε ο Θ σπίτι. Όσο τους έλεγα πείτε μου, δεν μου έλεγαν. Τους είπα ότι έχει πάει από το σπίτι ο Θ και μετά από λίγο ο δράστης μου είπε ότι τον τραυμάτισε. Τότε τον πήρε κάποιος τηλέφωνο και του είπε ότι έχει πεθάνει ένα παιδί τον ασύρματο. Πήγα σπίτι. Δεν μπορούσα να το πιστέψω. Δεν μπορούσα να το φανταστώ αυτό το πράγμα.
Ερωτηθείσα γιατί οι τρεις τους ξαναβγήκαν λίγες ώρες αργότερα το ίδιο βράδυ με το δράστη ανέφερε: «Δεν υπήρχε λογική. Δεν μπορώ να σας το εξηγήσω. Εγώ δεν πίστευα τίποτα. Έλεγα ασυναρτησίες. Δεν μπορούσα να το συνειδητοποιήσω. Αρνιόμουν την κατάσταση».
«Δεν έχω λόγια για όλα αυτά, είμαι πολύ φορτισμένη. Συλλυπητήρια στην οικογένεια. Η Μ είναι κολλητή μου φίλη επτά χρόνια... Ότι έγινε το περάσαμε μαζί» ανέφερε η τρίτη κατηγορούμενη στην απολογία της
«Θα έπρεπε να πάρω κατευθείαν τους γονείς μου τηλέφωνο. Όταν συμβαίνουν πράγματα τόσο απάνθρωπα χάνω τον έλεγχο» υποστήριξε.
Στη δίκη κατέθεσαν και οι μανάδες των τριών κατηγορουμένων. Η μητέρα του 20χρονου υποστήριξε ότι ο γιος της φοβήθηκε και για αυτό δεν ενημέρωσε τις Αρχές τα αμέσως επόμενα λεπτά μετά το φόνο, ενώ η μητέρα της 20χρονης ανέφερε ότι η κόρη της βίωσε ένα τεράστιο σοκ και δεν μπορούσε να διαχειριστεί καθόλου την κατάσταση.
Η δίκη θα συνεχιστεί στις 30 Ιουνίου.