Eurostat: Διπλασιασμός της κατανάλωσης ενέργειας για ψύξη στην ΕΕ
Νέα έρευνα της Eurostat δείχνει ραγδαία αύξηση της χρήσης ενέργειας για ψύξη τα τελευταία 6 χρόνια. Από τις πρωταθλήτριες η Ελλάδα.
Νέα έρευνα δημοσίευσε σήμερα Τετάρτη (8/7) η Eurostat, σύμφωνα με την οποία καταγράφεται ραγδαία αύξηση της χρήσης ενέργειας για κλιματισμό στην ΕΕ. Με τις καλοκαιρινές θερμοκρασίες να γίνονται όλο και πιο ακραίες λόγω κλιματικής κρίσης, η πλειοψηφία των ευρωπαϊκών χωρών φαίνεται ότι έχουν διπλασιάσει την κατανάλωση ενέργειας για λόγους ψύξης, προκειμένου να μπορέσουν να αντιμετωπίσουν τα έντονα φαινόμενα ζέστης.
Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με τα ευρήματα της μελέτης της Eurostat, στα νοικοκυριά της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η κατανάλωση ενέργειας για ψύξη αυξάνεται σταθερά, φτάνοντας το 2024 τα 80.400 terajoules (TJ). Η αύξηση είναι διπλάσια σε σχέση με την ενέργεια που σπαταλούσαν για τον ίδιο λόγο το 2018, καθώς τότε τα νοικοκυριά της ΕΕ χρησιμοποίησαν 40.500 TJ για ψύξη. Μεταξύ 2018 και 2024, η κατανάλωση αυξανόταν κάθε χρόνο, με εξαίρεση το 2023 (-1,9%) και το 2020 (-2,5%), έτη κατά τα οποία σημειώθηκαν μειώσεις σε σύγκριση με τα προηγούμενα χρόνια, χωρίς να προσδιορίζονται από την έρευνα τα πιθανά αίτια γι' αυτή τη διαφοροποίηση.
Στις πρώτες θέσεις η Ελλάδα
Μεταξύ των χωρών της ΕΕ που καταγράφουν από τις υψηλότερες χρήσης ενέργειας για λόγους ψύξης εσωτερικών χώρων, αναμενόμενα βρίσκονται οι μεσόγειες χώρες, όπως η δική μας. Η Ιταλία, η Ισπανία και η Ελλάδα κατανάλωσαν συνολικά 26.300 TJ, 14.300 TJ και 11,900 TJ αντίστοιχα.
Πιο ψηλά, όμως, καταγράφεται η θέση της Ελλάδας στη μέτρηση του ποσοστού ενέργειας που καταναλώνεται συγκεκριμένα για ψύξη σε σχέση με την κατανάλωση ενέργειας για άλλες χρήσεις. Τότε στην Ελλάδα φαίνεται ότι το 7,4% της ενέργειας που χρησιμοποιούν τα νοικοκυριά αφορά στη χρήση κλιματισμού για ψύξη, ενώ στην Ισπανία και την Ιταλία αυτά τα ποσοστά καταγράφονται χαμηλότερα, στο 2,5% και 2,3% αντίστοιχα.
Ωστόσο, σύμφωνα με την Eurostat, η Κύπρος και η Μάλτα έχουν μακράν τα υψηλότερα ποσοστά ενέργειας που χρησιμοποιείται για την ψύξη εσωτερικών χώρων στην τελική κατανάλωση των νοικοκυριών, με 16,0% και 15,0%.