Γιατί η «υγιεινή διατροφή» δεν εξασφαλίζει επαρκή πρόσληψη των ωφέλιμων για την καρδιά συστατικών
Μελέτη δείχνει ότι η τήρηση διατροφικών οδηγιών δεν οδηγεί στα επίπεδα φλαβανολών που προστατεύουν την καρδιά.
Μια νέα μεγάλη επιστημονική μελέτη δείχνει ότι ακόμη κι όταν κάποιος ακολουθεί σωστά τις διατροφικές οδηγίες για φρούτα και λαχανικά, αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι λαμβάνει επαρκή ποσότητα από συγκεκριμένες φυτικές ουσίες που συνδέονται με την υγεία της καρδιάς, τις λεγόμενες φλαβανόλες. Οι ερευνητές καταλήγουν ότι οι τρέχουσες διατροφικές συστάσεις πιθανόν δεν επαρκούν για να εξασφαλίσουν τα επίπεδα που έχουν συσχετιστεί με καρδιαγγειακά οφέλη.
Τι είναι οι φλαβανόλες και γιατί συνδέονται με την καρδιά
Οι φλαβανόλες είναι φυσικές ουσίες που βρίσκονται σε φυτικά τρόφιμα, όπως φρούτα, λαχανικά, όσπρια, το τσάι και το κακάο. Προηγούμενη μεγάλη κλινική δοκιμή, η COSMOS, είχε δείξει ότι η κατανάλωση περίπου 500 mg την ημέρα μπορεί να μειώσει τον κίνδυνο θανάτου από καρδιαγγειακά νοσήματα. Αυτό το εύρημα έχει οδηγήσει σε συζητήσεις για το αν πρέπει να υπάρχουν συγκεκριμένες διατροφικές οδηγίες για τις φλαβανόλες, πέρα από τις γενικές συστάσεις για υγιεινή διατροφή.
Η νέα μελέτη προσπάθησε να απαντήσει σε ένα βασικό ερώτημα: αν κάποιος ακολουθεί τις επίσημες οδηγίες για φρούτα και λαχανικά ή ένα «υγιεινό» διατροφικό πρότυπο, φτάνει πράγματι τα επίπεδα φλαβανολών που θεωρούνται ωφέλιμα; Για να το εξετάσουν αυτό, οι επιστήμονες χρησιμοποίησαν δύο πολύ μεγάλες βάσεις δεδομένων: την COSMOS στις ΗΠΑ και την EPIC-Norfolk στο Ηνωμένο Βασίλειο, που περιλαμβάνουν συνολικά πάνω από 30.000 συμμετέχοντες.
Τι έδειξαν οι μεγάλες μελέτες σε ΗΠΑ και Βρετανία
Αντί να βασιστούν μόνο σε ερωτηματολόγια διατροφής, οι ερευνητές χρησιμοποίησαν και έναν πιο αξιόπιστο τρόπο μέτρησης: βιοδείκτες στα ούρα. Συγκεκριμένα, μέτρησαν ουσίες που παράγονται όταν ο οργανισμός μεταβολίζει τις φλαβανόλες. Αυτοί οι δείκτες επιτρέπουν μια πιο αντικειμενική εικόνα της πραγματικής πρόσληψης, καθώς η αυτοαναφορά διατροφής συχνά έχει λάθη ή ανακρίβειες. Παράλληλα, αξιολόγησαν τη συνολική ποιότητα της διατροφής των συμμετεχόντων, δηλαδή πόσο κοντά βρίσκονταν στις επίσημες οδηγίες. Στη μελέτη COSMOS χρησιμοποιήθηκε ένας δείκτης υγιεινής διατροφής, ενώ στην EPIC-Norfolk χρησιμοποιήθηκε ένας αντίστοιχος δείκτης που βασίζεται στις βρετανικές οδηγίες διατροφής.
Τα αποτελέσματα ήταν σταθερά και στις δύο χώρες. Ακόμη και ανάμεσα σε άτομα που έτρωγαν πολλές μερίδες φρούτων και λαχανικών καθημερινά, λιγότερο από το 25% έφτανε τα επίπεδα των 500 mg φλαβανολών την ημέρα. Στην πραγματικότητα, τα ποσοστά ήταν περίπου 19% στην αμερικανική μελέτη και 18% στη βρετανική. Με άλλα λόγια, η πλειονότητα των ανθρώπων που θεωρούνται ότι τρώνε «σωστά» δεν φτάνει τα επίπεδα που έχουν συνδεθεί με καρδιαγγειακά οφέλη.
Οι τροφές με τη μεγαλύτερη περιεκτικότητα σε φλαβανόλες είναι:
- Δαμάσκηνα (500 g): 450 mg
- Κράνμπερι (250 g): 300 mg
- Μπλακμπέρι (200 g): 250 mg
- Πράσινο τσάι (250 ml): 200 mg
- Φασόλια (80 g): 140 mg
- Κεράσια (400 g): 130 mg
- Μήλα με φλούδα (200 g): 110 mg
- Φράουλες(200 g): 90 mg
- Μπλούμπερι (150 g): 80 mg
- Φασόλια πίντο (40 g): 70 mg
Ενδιαφέρον εύρημα ήταν ότι η αύξηση των φρούτων και λαχανικών δεν οδηγούσε σε αντίστοιχα μεγάλη αύξηση στις φλαβανόλες. Ακόμη και όταν οι συμμετέχοντες ήταν στην κορυφή της κατανάλωσης φρούτων και λαχανικών, η πιθανότητα να επιτύχουν τη συνιστώμενη πρόσληψη παρέμενε χαμηλή. Μόνο η συνολικά πιο ποιοτική διατροφή είχε μια μικρή θετική συσχέτιση, αλλά όχι αρκετή για να αλλάξει σημαντικά την εικόνα.
Στη βρετανική μελέτη φάνηκε κάτι παρόμοιο. Η υψηλή κατανάλωση φρούτων και λαχανικών δεν συνδεόταν με υψηλότερη πιθανότητα να επιτευχθεί το επιθυμητό επίπεδο των 500 mg. Αντίθετα, σε ορισμένες περιπτώσεις, άτομα με λιγότερο «τέλειες» διατροφικές συνήθειες είχαν παρόμοια ή και μεγαλύτερη πρόσληψη φλαβανολών, κυρίως λόγω της κατανάλωσης τσαγιού.
Το τσάι αναδείχθηκε ως σημαντική πηγή φλαβανολών, ειδικά στο Ηνωμένο Βασίλειο, όπου η κατανάλωσή του είναι πολύ υψηλότερη. Παρ’ όλα αυτά, ακόμη και στους μεγάλους καταναλωτές τσαγιού, η πλειονότητα δεν έφτανε στην ποσότητα-στόχο. Αυτό δείχνει ότι η πρόσληψη φλαβανολών εξαρτάται όχι μόνο από το πόσο «υγιεινή» είναι η διατροφή, αλλά και από συγκεκριμένες τροφές που δεν περιλαμβάνονται πάντα στις γενικές συστάσεις.
Γιατί οι διατροφικές οδηγίες δεν αρκούν από μόνες τους
Για να ενισχύσουν τα ευρήματά τους, οι ερευνητές προχώρησαν και σε προσομοιώσεις. Υπολόγισαν, δηλαδή, πόσο πιθανό είναι να φτάσει κάποιος τα 500 mg, αν καταναλώνει διαφορετικούς συνδυασμούς φρούτων και λαχανικών. Ακόμη και σε σενάρια με υψηλή κατανάλωση και επιλογή τροφών πλούσιων σε φλαβανόλες, η πιθανότητα δεν ξεπερνούσε το 50%. Επομένως, καταλήγουν οι επιστήμονες, η βασική ερμηνεία των αποτελεσμάτων είναι ότι οι διατροφικές οδηγίες έχουν σχεδιαστεί για να καλύπτουν γενικές ανάγκες υγείας και όχι συγκεκριμένες βιοδραστικές ουσίες. Τα φρούτα και τα λαχανικά περιέχουν φλαβανόλες, αλλά σε πολύ διαφορετικές ποσότητες μεταξύ τους. Επίσης, η περιεκτικότητα μπορεί να αλλάζει ανάλογα με την ποικιλία, τις συνθήκες καλλιέργειας και τον τρόπο επεξεργασίας.
Οι ερευνητές τονίζουν ότι αυτό δεν σημαίνει πως οι οδηγίες για φρούτα και λαχανικά δεν είναι σημαντικές –αντίθετα, παραμένουν θεμελιώδεις για την υγεία. Ωστόσο, αν ο στόχος είναι συγκεκριμένα τα επίπεδα φλαβανολών που έχουν συνδεθεί με καρδιαγγειακά οφέλη, τότε πιθανόν χρειάζονται πιο εξειδικευμένες συστάσεις.
Η μελέτη καταλήγει σε ένα ευρύτερο συμπέρασμα: η έννοια των «υγιεινών τροφών» δεν αρκεί πάντα για να εξασφαλίσει την πρόσληψη συγκεκριμένων ευεργετικών ουσιών. Ίσως στο μέλλον οι διατροφικές οδηγίες να χρειαστεί να γίνουν πιο στοχευμένες, όχι μόνο σε ομάδες τροφίμων αλλά και σε συγκεκριμένα βιοδραστικά συστατικά.