Η αλήθεια για το ελαιόλαδο: Γιατί οι Έλληνες το πληρώνουμε ακριβότερα απ’ όλους
Παράγουμε από τα καλύτερα ελαιόλαδα στον κόσμο, αλλά το πληρώνουμε ακριβότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Ποιοι ορίζουν τις τιμές στη Μεσόγειο, πού χάνεται η αξία και γιατί η Ελλάδα μένει ουραγός.
Το ελαιόλαδο δεν είναι απλώς βασικό αγαθό για το ελληνικό νοικοκυριό. Είναι διατροφική ταυτότητα, καθημερινή συνήθεια και όλο και περισσότερο, οικονομικό βάρος. Το ερώτημα γιατί μια χώρα που είναι τρίτη μεγαλύτερη παραγωγός παγκοσμίως το πληρώνει ακριβότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο δεν είναι πια θέμα εντυπώσεων. Δύο νέες εμπεριστατωμένες μελέτες της Επιτροπή Ανταγωνισμού δίνουν, για πρώτη φορά, τεκμηριωμένες απαντήσεις.
Από το χωράφι στο ράφι: το χρονικό μιας έκρηξης τιμών
Η διεθνής αγορά ελαιολάδου βίωσε ακραία διακύμανση. Από τις αρχές του 2021 έως τις αρχές του 2024, οι διεθνείς τιμές εκτοξεύθηκαν σε ιστορικά υψηλά επίπεδα, για να υποχωρήσουν στη συνέχεια χωρίς όμως να μεταφερθεί ουσιαστικά η αποκλιμάκωση στον Έλληνα καταναλωτή.
Στην Ελλάδα, σύμφωνα με στοιχεία που επικαλούνται οι μελέτες, οι τιμές λιανικής αυξήθηκαν άνω του 60% μέσα σε λίγους μήνες. Η καθημερινή καταγραφή τιμών σε τέσσερις μεγάλες αλυσίδες σούπερ μάρκετ δείχνει ότι το ελαιόλαδο κινήθηκε σταθερά πάνω από τα 11–12 ευρώ το λίτρο, με αποκλίσεις έως και 1 ευρώ μεταξύ των αλυσίδων. Με απλά λόγια: δεν υπάρχει «μία» τιμή στο ράφι, αλλά σίγουρα υπάρχει υψηλό πάτωμα.
Ο λογαριασμός στο νοικοκυριό
Οι Έλληνες καταναλώνουν περισσότερο ελαιόλαδο από κάθε άλλον λαό στον κόσμο. Αυτό που παλιότερα ήταν πλεονέκτημα, μετατράπηκε σε παγίδα κόστους. Για ένα μέσο νοικοκυριό δύο–τριών ατόμων, η ετήσια επιβάρυνση από την άνοδο των τιμών έφτασε τα 64 ευρώ. Η εικόνα αποτυπώνεται και στα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ: λιγότερο ελαιόλαδο στο καλάθι, περισσότερο σπορέλαιο και βούτυρο. Η ανατίμηση δεν άλλαξε μόνο συνήθειες αγορών – άλλαξε και διατροφικές επιλογές, συχνά εις βάρος της ποιότητας.
Ποιος ορίζει το παιχνίδι στη Μεσόγειο
Στην παραγωγή, το «κουμάντο» δεν το κάνει η Ελλάδα. Η Ισπανία, με πάνω από το μισό της ευρωπαϊκής παραγωγής και τεράστιες βιομηχανοποιημένες καλλιέργειες, λειτουργεί ως καθαρός ηγέτης τιμών. Όταν οι τιμές αποκλίνουν, η Ελλάδα είναι εκείνη που προσαρμόζεται.
Η πρώτη μελέτη ανέλυσε εβδομαδιαία δεδομένα τιμών παραγωγού από Ιανουάριο 2020 έως Αύγουστο 2025 για τις τρεις χώρες που συγκεντρώνουν το 88% της ευρωπαϊκής παραγωγής, ήτοι της Ισπανίας, της Ιταλίας και της Ελλάδας.
Η κατανομή της παραγωγής το 2024/25 ήταν:
- Ισπανία: 56% (800-1.350 χιλιάδες τόνοι ετησίως)
- Ιταλία: 21% (250-350 χιλιάδες τόνοι)
- Ελλάδα: 11% (200-300 χιλιάδες τόνοι)
Το 2023/24, η ελληνική παραγωγή συρρικνώθηκε στις 175 χιλιάδες τόνους - σχεδόν στο μισό σε σχέση με τις 345 χιλιάδες τόνους του προηγούμενου έτους, όπως σημειώνει η μελέτη.
Χρησιμοποιώντας προηγμένα στατιστικά μοντέλα, οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι μακροπρόθεσμα, μόνο οι τιμές Ελλάδας-Ισπανίας κινούνται μαζί, ενώ Ιταλία ακολουθεί δική της πορεία.
Όταν οι τιμές Ελλάδας-Ισπανίας αποκλίνουν, η Ελλάδα είναι αυτή που προσαρμόζεται για να επαναφέρει την ισορροπία. Η Ισπανία όχι.
Με απλά λόγια η Ισπανία λειτουργεί ως ηγέτης τιμών (price leader), ενώ η Ελλάδα ακολουθεί. Η εξήγηση βρίσκεται στη δομή της παραγωγής. Η Ισπανία διαθέτει τεράστιες βιομηχανοποιημένες καλλιέργειες που επιτρέπουν αποδοτική μηχανική συγκομιδή, κυρίως στην Ανδαλουσία, που παράγει το 80% του ισπανικού ελαιόλαδου. Αντίθετα, η ελληνική παραγωγή χαρακτηρίζεται από εκατοντάδες χιλιάδες μικρούς παραγωγούς που κατέχουν από λίγα δέντρα έκαστος.
Η Ιταλία, από την άλλη, παίζει διαφορετικό και πιο κερδοφόρο παιχνίδι. Εισάγει χύμα ελαιόλαδο από Ελλάδα και Ισπανία, το αναμειγνύει, το εμφιαλώνει και το πουλά ως premium προϊόν. Έτσι, ενώ η Ελλάδα παράγει σε ποσοστό άνω του 80% εξαιρετικά παρθένο ελαιόλαδο, εξάγει πάνω από το μισό της παραγωγής χωρίς προστιθέμενη αξία.
Το ράφι δεν κινείται ενιαία
Στη λιανική αγορά, οι μελέτες δεν εντοπίζουν καρτέλ. Εντοπίζουν όμως κάτι πιο σύνθετο: κάθε αλυσίδα παρακολουθεί διαφορετικούς ανταγωνιστές, σε διαφορετικά επίπεδα τιμών. Όταν μπαίνουν στο παιχνίδι γνωστά brands, ο ανταγωνισμός οξύνεται, γιατί εκεί η σύγκριση είναι άμεση και αδυσώπητη. Κανείς δεν θέλει να φαίνεται ακριβότερος στο ίδιο μπουκάλι.
Τα δεδομένα είναι πια καθαρά. Η Ελλάδα δεν πληρώνει ακριβά το ελαιόλαδο επειδή παράγει λίγο ή κακής ποιότητας. Το πληρώνει ακριβά γιατί δεν ελέγχει την αλυσίδα αξίας. Εξάγει χύμα, ακολουθεί τις τιμές της Ισπανίας και χάνει το παιχνίδι του brand από την Ιταλία.
Το ερώτημα είναι αν θα δούμε ποτέ ελληνικό ελαιόλαδο να πουλάει υπεραξία εκεί που πραγματικά υπερέχει. Αν όχι, το λάδι θα παραμείνει χρυσάφι, αλλά όχι για τον παραγωγό και σίγουρα όχι για τον καταναλωτή.