Η φροντίδα εγγονιών κάνει καλό στον εγκέφαλο των ηλικιωμένων, λέει μελέτη
Η φροντίδα εγγονιών φαίνεται να ωφελεί τον εγκέφαλο, ειδικά στις γυναίκες.
Η φροντίδα των εγγονιών δεν είναι απλώς μια οικογενειακή υποχρέωση ή μια πράξη αγάπης. Σύμφωνα με νέα ερευνητικά δεδομένα, μπορεί να συνδέεται και με καλύτερη εγκεφαλική υγεία στους μεγαλύτερους σε ηλικία ανθρώπους. Καθώς ο πληθυσμός γηράσκει, πολλοί αναζητούν τρόπους να διατηρήσουν τη μνήμη και τη νοητική τους ευελιξία. Η επιστημονική κοινότητα έχει στρέψει το ενδιαφέρον της σε καθημερινές δραστηριότητες που ενισχύουν τη γνωστική λειτουργία, όπως η κοινωνική επαφή, η πνευματική πρόκληση και η αίσθηση σκοπού.
Ο ρόλος της φροντίδας πέρα από τη συχνότητα
Όπως διαβάζουμε στο PsyPost, για πολλούς ηλικιωμένους, η επαφή με τα εγγόνια αποτελεί βασική πτυχή της κοινωνικής ζωής. Η φροντίδα τους απαιτεί οργάνωση, επικοινωνία και συνεχή πνευματική εγρήγορση. Παρ’ όλα αυτά, μέχρι σήμερα δεν ήταν ξεκάθαρο αν το όφελος για τον εγκέφαλο εξαρτάται από το πόσο συχνά προσφέρουν βοήθεια οι παππούδες και οι γιαγιάδες ή από το τι ακριβώς κάνουν με τα παιδιά. Κάποιες μελέτες μιλούσαν για θετικά αποτελέσματα, άλλες όμως τόνιζαν το άγχος και την επιβάρυνση που μπορεί να συνεπάγεται αυτός ο ρόλος.
Μια νέα μελέτη από το Πανεπιστήμιο του Τίλμπουργκ, η οποία δημοσιεύεται στο περιοδικό Psychology and Aging επιχειρεί να ξεκαθαρίσει τα πράγματα Οι ερευνητές ανέλυσαν στοιχεία από μια μεγάλη, μακροχρόνια βρετανική έρευνα που παρακολουθεί άτομα άνω των 50 ετών. Εξέτασαν σχεδόν 3.000 παππούδες και γιαγιάδες σε βάθος έξι ετών, συγκρίνοντας όσους φρόντιζαν εγγόνια με άλλους που δεν είχαν αυτόν τον ρόλο, αλλά ήταν παρόμοιοι σε ηλικία, μόρφωση και γενική υγεία.
Για την αξιολόγηση της γνωστικής λειτουργίας χρησιμοποιήθηκαν απλές αλλά αξιόπιστες δοκιμασίες. Οι συμμετέχοντες κλήθηκαν να ανακαλέσουν λέξεις από μνήμης και να κατονομάσουν όσο το δυνατόν περισσότερα ζώα μέσα σε ένα λεπτό. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι όσοι είχαν ρόλο φροντιστή παρουσίαζαν συνολικά καλύτερες επιδόσεις στη μνήμη και στη λεκτική ευχέρεια. Το ενδιαφέρον στοιχείο ήταν ότι αυτό ίσχυε ανεξάρτητα από το φύλο, τουλάχιστον ως προς το αρχικό επίπεδο γνωστικής λειτουργίας.
Γιατί οι γιαγιάδες φαίνεται να ωφελούνται περισσότερο
Όταν οι επιστήμονες εξέτασαν πώς αλλάζουν αυτές οι επιδόσεις με το πέρασμα του χρόνου, εμφανίστηκε μια σημαντική διαφορά. Οι γιαγιάδες που φρόντιζαν εγγόνια εμφάνισαν πιο αργό ρυθμό νοητικής έκπτωσης σε σύγκριση με όσες δεν είχαν αυτόν τον ρόλο. Αντίθετα, στους παππούδες δεν παρατηρήθηκε αντίστοιχη προστατευτική επίδραση: ξεκινούσαν με καλές επιδόσεις, αλλά η μείωση με την ηλικία ακολουθούσε παρόμοια πορεία με εκείνη των μη φροντιστών.
Ένα ακόμη εύρημα ανέτρεψε μια κοινή αντίληψη. Η συχνότητα της φροντίδας δεν φάνηκε να παίζει καθοριστικό ρόλο. Όσοι βοηθούσαν σχεδόν καθημερινά δεν είχαν καλύτερη μνήμη από εκείνους που έβλεπαν τα εγγόνια τους λιγότερο συχνά. Ούτε οι συγκεκριμένες δραστηριότητες –διάβασμα, παιχνίδι, μαγείρεμα ή μετακινήσεις– προέβλεπαν την εξέλιξη της γνωστικής λειτουργίας στο μέλλον, παρότι συνδέονταν με υψηλότερες επιδόσεις στην αρχή.
Οι ερευνητές παρατήρησαν επίσης ότι οι γιαγιάδες αναλάμβαναν πιο συχνά και πιο ποικίλα καθήκοντα από τους παππούδες, κάτι που συμβαδίζει με κοινωνιολογικά δεδομένα για τον ρόλο των φύλων στη φροντίδα παιδιών. Αυτό ίσως εξηγεί γιατί τα μακροπρόθεσμα οφέλη φάνηκαν κυρίως στις γυναίκες. Παράλληλα, οι ίδιοι τονίζουν ότι η μελέτη δείχνει συσχετίσεις και όχι αιτιότητα: είναι πιθανό άνθρωποι με πιο «κοφτερό» μυαλό να μπορούν απλώς να ανταποκριθούν ευκολότερα στις απαιτήσεις της φροντίδας.
Τι σημαίνουν τα ευρήματα και τι μένει να απαντηθεί
Συνολικά, τα ευρήματα αμφισβητούν την ιδέα ότι «όσο περισσότερο, τόσο καλύτερα». Η ίδια η εμπλοκή στον ρόλο του παππού ή της γιαγιάς φαίνεται να έχει σημασία, ίσως επειδή προσφέρει νόημα, κοινωνική σύνδεση και συναισθηματική ικανοποίηση. Οι επιστήμονες εκτιμούν ότι μελλοντικές έρευνες θα πρέπει να εξετάσουν όχι μόνο το τι κάνουν οι παππούδες, αλλά και πώς βιώνουν αυτή τη σχέση, αν δηλαδή τη νιώθουν ως χαρά ή ως βάρος.