Την 21η Απριλίου του 2015, ο 27χρονος τότε Στανισλάβ Μπακατσίεφ πήγε στις Αρχές για να δηλώσει την εξαφάνιση της 4χρονης κόρης του, Άννυ. Η εξαφάνιση, όμως, αποκάλυψε μια φρικτή και ακραία βίαιη δολοφονία που πάγωσε το πανελλήνιο. Η υπόθεση της μικρής Άννυ έγραψε μια ακόμη μελανή σελίδα στην εγκληματολογική ιστορία της χώρας, καθώς ήταν ένα από τα πιο αποτρόπαια εγκλήματα όλων των εποχών.
Η μετακίνηση στη Αθήνα και οι δυσκολίες
Το 2011 ο Στανισλάβ Μπακατσίεφ (γνωστός ως Σάββας) και Δημητρίνα Μπορίσοβα έφεραν στον κόσμο ένα κοριτσάκι, στο οποίο έδωσαν το όνομα Άννυ. Το ζευγάρι μετακόμισε στην Ελλάδα προκειμένου να βρει εργασία και καλύτερες συνθήκες ζωής, ωστόσο αντιμετώπιζαν οικονομικά προβλήματα και αστάθεια στη σχέση.
Οι δυο τους με την Άννυ τους εγκαταστάθηκαν σε ένα διαμέρισμα στην οδό Μιχαήλ Βόδα, στο κέντρο της Αθήνας. Η Δημητρίνα εργαζόταν περιστασιακά, ενώ ο Σάββας δεν είχε σταθερότητα στον τρόπο ζωής του, καθώς συναναστρεφόταν με παραβατικούς κύκλους. Οι σχέσεις του ζευγαριού επιδεινώθηκαν, ενώ ο πατέρας φαίνεται να έκανε χρήση ναρκωτικών και υπήρχαν φήμες για συχνούς καβγάδες μεταξύ τους.
Το ταξίδι στη Γερμανία και η εξαφάνιση
Η Δημητρίνα αποφάσισε να πάει στη Γερμανία για να βρει δουλειά και να τακτοποιήσει κάποιες οικογενειακές υποθέσεις. Έφυγε στις 17 Απριλίου του 2015, αφήνοντας τη μικρή Άννυ στον πατέρα της για να τη φροντίζει. Μαζί με τον Σάββα στο διαμέρισμα βρισκόταν και ο φίλος του, Νικολάι Αχμέντοφ (ή «Νίκι»), ο οποίος είχε εγκατασταθεί εκεί προσωρινά. Όταν, μετά από αρκετές ημέρες, η μητέρα επέστρεψε στο σπίτι, διαπίστωσε ότι το παιδί είχε εξαφανιστεί.
Ο πατέρας υποστήριξε πως ένα πρωί ξύπνησε και το παιδί «δεν ήταν στο κρεβάτι του», ωστόσο δεν ενημέρωσε αμέσως την αστυνομία· αντιθέτως, όπως προκύπτει από μαρτυρίες, συνέχισε κανονικά την καθημερινότητά του, αναφέροντας σε γνωστούς ότι η μικρή «είναι με τη μητέρα της».
Στις 21 Απριλίου, δηλώθηκε τελικά στην αστυνομία η εξαφάνιση της μικρής, με καθυστέρηση έξι ημερών, κάτι που γέννησε έντονα ερωτήματα και υποψίες. Η υπόθεση άρχισε να γίνεται γνωστή και αρχικά κινητοποιήθηκαν οι αρχές χωρίς να υπάρχουν τότε ενδείξεις εγκληματικής ενέργειας.
Ωστόσο, στις αρχές Μαΐου 2015, κατά τη διάρκεια ερευνών στο διαμέρισμα, εντοπίστηκαν ίχνη αίματος σε διάφορα σημεία. Η ανάλυση DNA επιβεβαίωσε ότι ανήκαν στη μικρή Άννυ. Όσα αποκαλύφθηκαν στη συνέχεια ήταν συγκλονιστικά.
Η σοκαριστική ομολογία
Κατά την απολογία του, ο πατέρας παραδέχτηκε ότι προχώρησε στον τεμαχισμό της σορού της κόρης του, επιμένοντας όμως ότι δεν ήταν ο ίδιος υπεύθυνος για τον θάνατό της. Μεταξύ άλλων υποστήριξε: «Ήθελα να πάω να τη θάψω αλλά δεν υπήρχε φτυάρι… Δεν ήθελα να τα κάνω όλα αυτά… Ήθελα να τη βάλω σε σακούλα, αλλά το παιδί ήταν πέτρα και έσπασε. Αναγκάστηκα να κόψω κάποια κομμάτια και τα πήγα στα σκουπίδια».
Ο ίδιος προσπάθησε να μεταθέσει την ευθύνη, αφήνοντας να εννοηθεί ότι η μικρή ίσως πέθανε από χρήση ναρκωτικών ουσιών που είχαν βρεθεί στο σπίτι, κάτι που εκτιμήθηκε ως απόπειρα αποπροσανατολισμού. Η παραδοχή του συγκλόνισε την κοινή γνώμη, με τα ΜΜΕ να κάνουν λόγο για «το πιο φρικιαστικό έγκλημα της δεκαετίας».
Ο διοικητής της Διεύθυνσης Ασφάλειας Αττικής χαρακτήρισε τον τρόπο δολοφονίας και εξαφάνισης της 4χρονης Άννυ ως μια πράξη εξαιρετικής αγριότητας, πρωτοφανή τόσο για τα ελληνικά όσο και για τα διεθνή δεδομένα. «Δεν υπάρχει περίπτωση να βρούμε ούτε κόκκαλο από το πτώμα της τετράχρονης», είπε χαρακτηριστικά, υπονοώντας πως ο πατέρας είχε σχεδόν αφανίσει κάθε ίχνος του παιδιού. Το έγκλημα τοποθετήθηκε χρονικά ανάμεσα στη Μεγάλη Τετάρτη 8 Απριλίου και τη Μεγάλη Παρασκευή 10 Απριλίου. Εξίσου ανατριχιαστική ήταν η αποκάλυψη ότι ο δράστης, μετά το έγκλημα, πούλησε την κούνια, το καρότσι και τα παιχνίδια της μικρής σε Ρουμάνο, λαμβάνοντας μόλις 55 ευρώ.
Οι αστυνομικές αρχές εκτίμησαν πως το κίνητρο της δολοφονίας σχετιζόταν με ζήλια, καθώς ο 27χρονος θεωρούσε ότι η 25χρονη μητέρα της Άννυ, η σύντροφός του, ενδέχεται να τον εγκαταλείψει επειδή λάμβανε οικονομική βοήθεια από φίλο της στη Γερμανία. Έρευνα της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών στο υπόγειο της οδού Μιχαήλ Βόδα, όπου διέμενε ο πατέρας με το παιδί, αποκάλυψε ίχνη αίματος σε διάφορα σημεία του σπιτιού.
Οι προσπάθειες συγκάλυψης και τα φρικτά ευρήματα των Αρχών
Επιπλέον, σε μαχαίρι και σεντόνι που κατασχέθηκαν εντοπίστηκε και αίμα του δράστη. Σύμφωνα με την αστυνομία, μετά τον φόνο ο πατέρας τεμάχισε το παιδί, το έβραζε επί τέσσερις ημέρες μαζί με πατάτες, ρύζι και κρεμμύδια και στη συνέχεια πολτοποίησε ό,τι είχε απομείνει στο μίξερ, διασκορπίζοντάς το σε διάφορα σημεία της Αττικής για να μην βρεθεί ποτέ κανένα ίχνος.
Παράλληλα, φέρεται να απομάκρυνε οποιοδήποτε αντικείμενο σχετιζόταν με την Άννυ. Μαρτυρίες ανέφεραν ότι είχε καλύψει τα παράθυρα με πετσέτες ώστε να μην φαίνονται οι υδρατμοί από το βράσιμο και προκαλέσει υποψίες στους γείτονες. Έπειτα καθάρισε σχολαστικά το υπόγειο διαμέρισμα, ακόμη και τις σωληνώσεις, τις οποίες σχεδίαζε να αντικαταστήσει.
Η προσπάθειά του είχε έναν και μόνο σκοπό: να μην εντοπιστεί ποτέ κανένα κομμάτι της μικρής. Σημαντικό στοιχείο ήταν και ότι ο πατέρας κακοποιούσε το παιδί, όχι όμως σεξουαλικά, με ενδείξεις ότι τη φοβέριζε ή τη βασάνιζε, για παράδειγμα κάνοντάς της μπάνιο με παγωμένο νερό.
Παρότι το παιδί φέρεται να φώναζε, δεν υπήρξαν καταγγελίες από γείτονες. Κάποια από αυτά που συνέβησαν φαίνεται πως είχε αποκαλύψει σε Βούλγαρο γνωστό του. Σε συνεργασία με τις βουλγαρικές αρχές, ο άνθρωπος αυτός εντοπίστηκε, αν και, σύμφωνα με την αστυνομία, ο πατέρας δεν του είχε ομολογήσει ότι είχε φτάσει μέχρι τον φόνο.
Η δίκη και το σκοτεινό υπόβαθρο της οικογενειακής τραγωδίας
Τον Ιούνιο, οι τρεις εμπλεκόμενοι, ο πατέρας, ο φίλος του Νικολάι και η μητέρα, προφυλακίστηκαν, αντιμετωπίζοντας διαφορετικές κατηγορίες. Ο Σάββας βαρύνθηκε με την κατηγορία της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, ο Νικολάι κατηγορήθηκε για συνέργεια, ενώ η μητέρα για έκθεση ανηλίκου σε κίνδυνο.
Η υπόθεση προκάλεσε σοκ στην κοινωνία, με τα μέσα ενημέρωσης να κάνουν λόγο για άθλιες συνθήκες διαβίωσης του παιδιού. Την ίδια ώρα, οι αρχές προσπαθούσαν να ανασυνθέσουν τι ακριβώς είχε συμβεί, ωστόσο η ιατροδικαστική εξέταση δεν κατέστη δυνατό να προσδιορίσει με ακρίβεια την αιτία θανάτου, καθώς η σορός της μικρής δεν εντοπίστηκε ποτέ.
Κατά την εκδίκαση της υπόθεσης το 2017 στο Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών, οι λεπτομέρειες που ήρθαν στο φως ήταν συγκλονιστικές. Σύμφωνα με τα στοιχεία, το παιδί φαίνεται να έχασε τη ζωή του έπειτα από κακοποίηση ή στραγγαλισμό, ενώ ο πατέρας φέρεται να επιχείρησε να εξαφανίσει κάθε ίχνος με ψυχραιμία που προκάλεσε αποτροπιασμό.
Το δικαστήριο τον χαρακτήρισε «επικίνδυνο και αμετανόητο» και του επέβαλε ποινή ισόβιας κάθειρξης, καθώς και επιπλέον δύο χρόνια φυλάκισης, κρίνοντάς τον ένοχο για ανθρωποκτονία από πρόθεση, οπλοχρησία και περιύβριση νεκρού. Ο Νικολάι καταδικάστηκε σε κάθειρξη 12 ετών για συνέργεια. Όσον αφορά τη μητέρα, αρχικά της επιβλήθηκε ποινή έξι ετών με αναστολή για θανατηφόρα έκθεση ανηλίκου σε κίνδυνο, ωστόσο σε δεύτερο βαθμό αθωώθηκε.
Η υπόθεση συγκλόνισε την κοινή γνώμη, με εκτενή ρεπορτάζ από τα ΜΜΕ και έντονο προβληματισμό για το πώς ένας γονέας, που όφειλε να προστατεύει το παιδί του, κατέληξε να είναι ο δράστης. Ο τότε Αναπληρωτής Υπουργός Προστασίας του Πολίτη είχε κάνει λόγο για «μια σκοτεινή πλευρά της ανθρώπινης φύσης» που δύσκολα εξηγείται. Τα ακριβή κίνητρα δεν αποσαφηνίστηκαν πλήρως, ωστόσο προέκυψε ότι ο πατέρας ένιωθε έντονη ζήλια, θεωρώντας πως η πρώην σύζυγός του έδειχνε μεγαλύτερη αγάπη στο παιδί παρά στον ίδιο.
Παράλληλα, υπήρχαν ενδείξεις για χρήση ναρκωτικών και σοβαρά προβλήματα στο οικογενειακό περιβάλλον, παράγοντες που ενδεχομένως συνέβαλαν στην τραγική εξέλιξη. Η απουσία επαρκούς φροντίδας και προστασίας για το παιδί ήταν εμφανής, καθώς η μητέρα έλειπε και δεν υπήρχε ουσιαστική εποπτεία, ένα ακόμη θλιβερό στοιχείο αυτής της υπόθεσης.