Μια κοινή βιταμίνη προλαμβάνει τη λιπώδη νόσο του ήπατος
Η βιταμίνη Β3 μείωσε τη συσσώρευση λίπους στο ήπαρ σε πειραματόζωα με μεταβολική νόσο.
Η λιπώδης νόσος του ήπατος, γνωστή πλέον ως μεταβολικά σχετιζόμενη στεατωτική νόσος του ήπατος (MASLD), εξελίσσεται σε μία από τις πιο συχνές χρόνιες παθήσεις παγκοσμίως. Συνδέεται στενά με την παχυσαρκία και τον διαβήτη τύπου 2, ενώ σε αρκετές περιπτώσεις μπορεί να οδηγήσει ακόμη και σε σοβαρή ηπατική βλάβη. Παρά τη μεγάλη εξάπλωσή της, οι διαθέσιμες θεραπείες παραμένουν περιορισμένες. Νέα έρευνα, όμως, φέρνει στο προσκήνιο έναν απρόσμενο «σύμμαχο»: τη βιταμίνη Β3.
Το μικρό μόριο που αλλάζει τον μεταβολισμό
Επιστήμονες από τη Νότια Κορέα εντόπισαν έναν μικροσκοπικό μοριακό μηχανισμό που φαίνεται να παίζει κεντρικό ρόλο στη συσσώρευση λίπους στο ήπαρ. Πρόκειται για το microRNA-93, ένα μικρό μόριο RNA που επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούν συγκεκριμένα γονίδια. Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι τα επίπεδά του ήταν ιδιαίτερα αυξημένα τόσο σε ασθενείς με λιπώδη νόσο του ήπατος όσο και σε πειραματόζωα που ακολουθούσαν διατροφή πλούσια σε λιπαρά και φρουκτόζη.
Το microRNA-93 φαίνεται να λειτουργεί σαν ένας «διακόπτης» που μπλοκάρει τη φυσιολογική καύση λίπους στο ήπαρ. Συγκεκριμένα, καταστέλλει τη δράση ενός γονιδίου που ονομάζεται SIRT1 και το οποίο είναι σημαντικό για τη ρύθμιση του μεταβολισμού και της παραγωγής ενέργειας. Όταν το SIRT1 μειώνεται, το ήπαρ σταματά να «καίει» αποτελεσματικά τα λιπαρά οξέα και αρχίζει να αποθηκεύει περισσότερο λίπος.
Οι συνέπειες αυτής της αλλαγής δεν περιορίζονται μόνο στο ήπαρ. Οι ερευνητές παρατήρησαν ότι επηρεάζονται και άλλοι μηχανισμοί που σχετίζονται με την ισορροπία ενέργειας στα κύτταρα. Τα μιτοχόνδρια, δηλαδή τα «εργοστάσια παραγωγής ενέργειας» των κυττάρων, φαίνεται να λειτουργούν χειρότερα, ενώ ενισχύονται διαδικασίες που συνδέονται με την παραγωγή χοληστερόλης και μεταβολικές διαταραχές.
Για να καταλάβουν καλύτερα τη σημασία του microRNA-93, οι επιστήμονες δημιούργησαν ποντίκια που δεν μπορούσαν να παράγουν αυτό το μόριο. Παρότι τα ζώα ακολουθούσαν ανθυγιεινή διατροφή με πολλά λιπαρά και ζάχαρη, εμφάνισαν πολύ μικρότερη συσσώρευση λίπους στο ήπαρ. Παράλληλα, είχαν καλύτερο έλεγχο του σακχάρου και πιο υγιή κυτταρικό μεταβολισμό, στοιχείο που ενισχύει την άποψη ότι το συγκεκριμένο μόριο παίζει κρίσιμο ρόλο στην εξέλιξη της νόσου.
Ο ρόλος της νιασίνης
Το πιο ενδιαφέρον κομμάτι της έρευνας ήρθε όταν οι επιστήμονες αναζήτησαν ουσίες που μπορούν να μειώσουν τα επίπεδα του microRNA-93. Εξέτασαν περίπου 150 ήδη εγκεκριμένα φάρμακα και ουσίες και διαπίστωσαν ότι η νιασίνη, γνωστή και ως βιταμίνη Β3 ήταν αυτή που απέδιδε περισσότερο. Στα πειραματόζωα, η νιασίνη μείωσε σημαντικά τα επίπεδα του προβληματικού μορίου, επανέφερε τη λειτουργία του SIRT1 και βοήθησε το ήπαρ να ξαναρχίσει να καίει λίπος πιο αποτελεσματικά.
Η νιασίνη χρησιμοποιείται εδώ και χρόνια για τη ρύθμιση της χοληστερόλης, γεγονός που την καθιστά ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα ως πιθανή θεραπευτική επιλογή. Επειδή πρόκειται για ήδη γνωστή και εγκεκριμένη ουσία, οι επιστήμονες θεωρούν ότι θα μπορούσε θεωρητικά να αξιοποιηθεί πιο γρήγορα σε νέες θεραπείες για τη λιπώδη νόσο του ήπατος. Ωστόσο, επισημαίνουν ότι απαιτούνται κλινικές μελέτες σε ανθρώπους για να επιβεβαιωθεί η αποτελεσματικότητα και η ασφάλειά της στη συγκεκριμένη χρήση.
Οι ειδικοί υπενθυμίζουν επίσης ότι οι υψηλές δόσεις νιασίνης δεν είναι αθώες και μπορεί να προκαλέσουν παρενέργειες, γι’ αυτό και δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται χωρίς ιατρική παρακολούθηση. Παράλληλα, η έρευνα δεν σημαίνει ότι η βιταμίνη Β3 αποτελεί «θεραπεία» για όλους τους ασθενείς με λιπώδη νόσο του ήπατος.
Οι προοπτικές της μελέτης
Τα ευρήματα θεωρούνται σημαντικά, επειδή φωτίζουν έναν νέο βιολογικό μηχανισμό πίσω από μια εξαιρετικά συχνή μεταβολική νόσο. Η δυνατότητα να στοχευθεί ένα συγκεκριμένο microRNA ανοίγει νέους δρόμους για πιο εξατομικευμένες θεραπείες, ενώ ήδη γνωστές ουσίες όπως η νιασίνη, μπορούν να επιταχύνουν την ανάπτυξη νέων θεραπευτικών στρατηγικών τα επόμενα χρόνια.