Ο χρόνος που περνούν τα παιδιά μπροστά σε οθόνες επηρεάζει τη μάθηση και τη μνήμη
Η ηλικία στην οποία ένα παιδί εκτίθεται περισσότερο σε οθόνες ίσως έχει μεγαλύτερη σημασία από τη συνολική διάρκεια χρήσης.
Τα κινητά, τα τάμπλετ, οι τηλεοράσεις και οι υπολογιστές έχουν γίνει πλέον μέρος της καθημερινότητας ακόμη και για πολύ μικρά παιδιά. Το ερώτημα που απασχολεί εδώ και χρόνια τους επιστήμονες είναι αν αυτή η πρώιμη επαφή με τις οθόνες μπορεί να επηρεάσει την ανάπτυξη του εγκεφάλου και τις μαθησιακές ικανότητες αργότερα στη ζωή.
Μια νέα μακροχρόνια μελέτηhttps://scitechdaily.com/scree..., που παρακολούθησε παιδιά από την ηλικία του ενός έτους έως περίπου τα δέκα, δείχνει ότι ο χρόνος που περνούν μπροστά σε οθόνες σε συγκεκριμένες περιόδους της παιδικής ηλικίας ίσως συνδέεται με μικρές αλλά μετρήσιμες διαφορές στη σχολική επίδοση και στη μνήμη εργασίας.
Γιατί η βρεφική ηλικία θεωρείται πιο ευαίσθητη περίοδος
Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι τα παιδιά που είχαν μεγαλύτερη έκθεση σε οθόνες όταν ήταν περίπου ενός έτους, αλλά και γύρω στην ηλικία των έξι ετών, εμφάνιζαν αργότερα χαμηλότερες επιδόσεις στο σχολείο και πιο αδύναμη μνήμη εργασίας. Η μνήμη εργασίας είναι η ικανότητα να κρατάμε και να επεξεργαζόμαστε πληροφορίες για μικρό χρονικό διάστημα, κάτι που είναι απαραίτητο για δραστηριότητες όπως η ανάγνωση, τα μαθηματικά και η επίλυση προβλημάτων.
Ένα ενδιαφέρον στοιχείο της μελέτης είναι ότι δεν φαίνεται να παίζει ρόλο μόνο η συνολική διάρκεια της χρήσης οθονών, αλλά και η χρονική στιγμή κατά την οποία συμβαίνει αυτή η έκθεση. Δηλαδή, η ίδια ποσότητα χρόνου μπορεί να έχει διαφορετική σημασία ανάλογα με το στάδιο ανάπτυξης του παιδιού.
Οι διεθνείς συστάσεις είναι ήδη αρκετά προσεκτικές. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας και η Αμερικανική Ακαδημία Παιδιατρικής προτείνουν να αποφεύγονται οι οθόνες πριν από τους 18 έως 24 μήνες και να περιορίζεται ο χρόνος θέασης σε λιγότερο από μία ώρα την ημέρα για παιδιά ηλικίας 2 έως 5 ετών. Παρ’ όλα αυτά, πολλά παιδιά περνούν περισσότερο χρόνο από αυτόν που προτείνεται.
Μέχρι σήμερα, οι επιστημονικές μελέτες δεν είχαν καταλήξει σε ένα σαφές συμπέρασμα. Πολλές εξέταζαν τα παιδιά μόνο σε μία ηλικία ή επικεντρώνονταν σε παιδιά που είχαν ήδη ξεκινήσει το σχολείο. Η νέα έρευνα προσπάθησε να καλύψει αυτό το κενό, παρακολουθώντας τα ίδια παιδιά σε διαφορετικά στάδια της ανάπτυξής τους.
Η μελέτη πραγματοποιήθηκε από ερευνητές του Inserm και του Εθνικού Πανεπιστημίου της Σιγκαπούρης και δημοσιεύθηκε στο περιοδικό World Journal of Pediatrics. Χρησιμοποιήθηκαν στοιχεία από τη μεγάλη έρευνα GUSTO, η οποία παρακολουθεί παιδιά από τη γέννησή τους. Οι γονείς ανέφεραν πόσο χρόνο περνούσαν τα παιδιά μπροστά σε οθόνες σε έξι διαφορετικές ηλικίες, ενώ αργότερα αξιολογήθηκαν η σχολική τους επίδοση και η μνήμη εργασίας.
Τι έδειξε η παρακολούθηση 502 παιδιών για σχεδόν δέκα χρόνια
Στην ανάλυση συμμετείχαν 502 παιδιά. Οι ερευνητές παρατήρησαν ότι οι πιο έντονες συσχετίσεις εμφανίζονταν στην ηλικία του ενός έτους και ξανά γύρω στα έξι, όταν τα παιδιά ξεκινούν τη συστηματική σχολική εκπαίδευση. Αντίθετα, στις ηλικίες των δύο και τριών ετών οι συσχετίσεις δεν ήταν στατιστικά σημαντικές.
Οι επιστήμονες σημειώνουν ότι τα μεγαλύτερα αποτελέσματα καταγράφηκαν στην ηλικία του ενός έτους, γεγονός που υποδηλώνει ότι η βρεφική περίοδος ίσως αποτελεί μια ιδιαίτερα ευαίσθητη φάση για την ανάπτυξη του εγκεφάλου. Εκείνη την περίοδο, οι αλληλεπιδράσεις με τους γονείς και το περιβάλλον είναι πολύ σημαντικές για τη μάθηση, και η υπερβολική χρήση οθονών μπορεί να αντικαθιστά μέρος αυτών των εμπειριών.
Παράλληλα, το γεγονός ότι η συσχέτιση εμφανίστηκε ξανά στην ηλικία των έξι ετών δείχνει ότι η χρήση οθονών εξακολουθεί να έχει σημασία ακόμη και όταν το παιδί δεν είναι πλέον βρέφος. Η είσοδος στο σχολείο είναι μια περίοδος κατά την οποία αναπτύσσονται έντονα δεξιότητες όπως η συγκέντρωση, η μνήμη και η μάθηση, επομένως οι συνήθειες εκείνης της ηλικίας μπορεί επίσης να παίζουν ρόλο
Δεν μετρά μόνο η διάρκεια αλλά και το είδος της χρήσης οθονών
Το βασικό συμπέρασμα της μελέτης είναι ότι, όσον αφορά τις οθόνες, «όσο λιγότερο τόσο καλύτερα», ιδιαίτερα κατά τη βρεφική ηλικία και στα χρόνια πριν από την έναρξη του σχολείου. Οι επιστήμονες επισημαίνουν επίσης ότι μελλοντικές έρευνες θα πρέπει να εξετάσουν όχι μόνο τη διάρκεια χρήσης, αλλά και το είδος του περιεχομένου, τη συσκευή που χρησιμοποιείται και το αν οι γονείς παρακολουθούν μαζί με το παιδί, καθώς όλοι αυτοί οι παράγοντες ενδέχεται να επηρεάζουν διαφορετικά την ανάπτυξη και τη μάθηση.