Μάρω Κοντού: Το πορτρέτο μιας μεγάλης ντίβας που έβαλε χρώμα στο ασπρόμαυρο σινεμά
Τα παιδικά χρόνια, τα πρώτα βήματα στον κινηματογράφο και η καταξίωση μέσα από ταινίες που έμειναν στην ιστορία.
Επιμέλεια Φωτεινή Λασπά
Η Μαριάνθη Κοντού - με καταγωγή από τη Σμύρνη και τα Ψαρά - που έφυγε από τη ζωή σήμερα, Τετάρτη 15 Ιουλίου, γεννήθηκε στις 21 Ιουνίου του 1934 στο Κουκάκι και μόλις στα δύο της χρόνια χάνει τον πατέρα της από φυματίωση και μεγαλώνει με την αδελφή, την μητέρα της και την γιαγιά της. «Το Κουκάκι τότε ήταν μια γλύκα. Υπήρχαν μυρωδιές, όλα τα σπίτια μονά ή διπλά με κήπους, γύρω μας ζούσαν υπέροχες οικογένειες, οι πόρτες και τα παράθυρα ήταν πάντα ανοιχτά. Γείτονές μας ήταν η οικογένεια του Μάριου Πλωρίτη, η φίλη μου Κατερίνα Γιουλάκη, παραπάνω έμενε η Νάνα Μούσχουρη» θα πει σε συνέντευξή της για εκείνα τα χρόνια και θα παραδεχθεί ότι πάντα θυμάται με νοσταλγία τις ατέλειωτες βόλτες που έκανε με τα ξαδέλφια της με τα ποδήλατα και τη βέσπα.
Το σχολείο δεν το αγάπησε ιδιαίτερα και τα μόνα μαθήματα που της άρεσαν ήταν η ζωγραφική, η γυμναστική και η έκθεση. Μεγάλο της πάθος ο χορός, γι' αυτό και θα σπουδάσει αργότερα στη σχολή χορού της Κούλας Πράτσικα - παράλληλα με την φοίτησή της στο Γυμνάσιο Μακρυγιάννη -εξασφαλίζοντας και μια υποτροφία για τη σχολή HLADEK στη Γερμανία. Η ανάγκη να εργαστεί όμως ανατράπει τα σχέδιά της για το ταξίδι στο εξωτερικό...
Η ίδια θυμάται στη συνέντευξη που έδωσε στη Νίκη Λυμπεράκη: «Σε ηλικία 14 ετών, σε έναν χρόνο περίπου, πήρα 11 πόντους και άρχισα να σκύβω και να ντρέπομαι. Χέρια, πόδια μου φαίνονταν μεγάλα, μακριά και η μαμά μου αποφάσισε να με στείλει σε μία σχολή χορού για να ασκηθώ και να φτιάξω το κορμί μου. Εκεί έγινε η μεγάλη αγάπη με τον χορό».
Στη συνέχεια η μητέρα της και η γιαγιά της την παροτρύνουν - χωρίς να το επιθυμεί η ίδια - να λάβει μέρος σε διαγωνισμό της Εθνικής Τράπεζας και εκείνη αναγράφει σε σημείωμα που κατέθεσε μαζί με την αίτηση θέλοντας να σαμποτάρει την πρόσληψή της «Αναγκάζομαι να σας πω ότι δεν με ενδιαφέρει να με προσλάβετε».
Τα πρώτα βήματα...
Το όνειρό της αρχίζει να παίρνει σάρκα και οστά το 1954 που συμμετέχει με το Εθνικό Θέατρο ως μέλος του χορού σε παραστάσεις αρχαίου δράματος όπου και θα παραμείνει μέχρι το 1958, ενώ στη συνέχεια λαμβάνει την άδεια ασκήσεως επαγγέλματος ως εξαιρετικό ταλέντο, από την Ανώτατη Κρατική Επιτροπή του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων.
«Η μαμά δεν είχε τόσο μεγάλη αντίρρηση, όσο η γιαγιά μου. Είπε ότι είμαι ένα που@@@@κι, γύρισε την πλάτη της και πήγε και κλείστηκε στο δωμάτιο της. Αυτό εγώ το ‘φερνα μαζί μου, βέβαια, πολλά χρόνια» θα παραδεχθεί.
Η πρώτη κινηματογραφική εμφάνιση της Μάρως Κοντού ήταν επίσης το 1954, με έναν ρόλο στην ταινία της Φίνος Φιλμ «Χαρούμενο Ξεκίνημα» του Ντίνου Δημόπουλου, ενώ ακολουθούν κι άλλοι ρόλοι σε ταινίες όπως: «Ο Άνθρωπος του Τραίνου», «Έγκλημα στο Κολωνάκι» και «Έγκλημα στα Παρασκήνια. Το 1959 πρωτοεμφανίζεται στο θέατρο δίπλα στον Δημήτρη Χορν με το έργο του Ζακ Ντεβάλ και μέχρι το 1986 θα παίξει σε 7 ακόμα παραστάσεις μεταξύ των οποίων και στις παραστάσεις «Καληνύχτα έρωτα», «Τι είδε ο υπηρέτης» και «Οκτώ γυναίκες κατηγορούνται».
Το ντεμπούτο της με πρωταγωνιστικό πλέον ρόλο θα γίνει το 1960, στην ταινία της Φίνος Φιλμ «Τα Κίτρινα Γάντια» ως σύζυγος του Νίκου Σταυρίδη και το 1963 θα πρωταγωνιστήσει στο πλευρό του Ντίνου Ηλιόπουλου στην ταινία «Ο Φίλος μου ο Λευτεράκης».
Η πορεία στον κινηματογράφο
Ακολουθούν περισσότερες από 50 ταινίες που γνωρίζουν μεγάλη επιτυχία, όπως «Η Σωφερίνα», «Η γυνή να φοβήται τον άνδρα» στην οποία μαζί με τον Γιώργο Κωνσταντίνου υποδύθηκαν το ζεύγος Κοκοβίκου, «Ο στρίγλλος που έγινε αρνάκι», «Μια Ιταλίδα από την Κυψέλη», «Καπετάν Φάντης Μπαστούνη», «Ο φαφλατάς», «Ο Λαμπρούκος μπαλαντέρ» και πολλές άλλες. Σε πολλές από αυτές συμπρωταγωνιστεί με τον Λάμπρο Κωνσταντάρα και η ίδια θα πει σε συνέντευξή της:
«Κάποια στιγμή με πλησίασε μια γιαγιά και με ρώτησε: «Γιατί δεν τον παντρεύεσαι τον Κωνσταντάρα;». «Βρε, χριστιανή μου...» προσπαθούσα να της εξηγήσω. «Είναι παντρεμένος ο άνθρωπος και είμαι παντρεμένη κι εγώ». Εκείνη όμως επέμενε: «Θα ήσασταν ωραίο ζευγάρι. Έπρεπε να τον έχεις παντρευτεί τον Λάμπρο». Με τον Λάμπρο με ήθελαν. Μα και τις πιο πολλές ταινίες μου μαζί του τις έχω κάνει. Ήμασταν αταίριαστοι ως χαρακτήρες. Αλλά πολύ ταιριαστοί ως επαγγελματίες. Ήταν ταλαντούχος πολύ ο Λάμπρος».
Τηλεόραση
Αξιόλογη και η πορεία της στην μικρή οθόνη, στην οποία την απολαύσαμε στις σειρές: Χαρούμενη Κυριακή (1972 ΕΙΡΤ), ΛΟΥΝΑ ΠΑΡΚ (1974-1981 ΕΙΡΤ), Ένοχοι (1977 ΕΡΤ), Τρεις στο γύρο (1978 ΥΕΝΕΔ), Η μεγάλη παρέλαση (1979-1980 ΕΡΤ), Έγκλημα στο Ψυχικό (1981 ΥΕΝΕΔ), Το πάθος (1984 ΕΤ2), Βραδιά επιθεώρησης (1984 ΕΡΤ), Επιθεώρηση (1989-1990 ΕΤ1), Άγγελος κατά λάθος (1990 ΑΝΤ1), Μια απίθανη γιαγιά (1991-1992 ΕΤ2), Οικογένεια Καζίνο (1991-1992 ΑΝΤ1), Και οι τέσσερις ήταν υπέροχες (1992-1994 Mega) Αραχτοί και λάϊτ (1994-1995 ΑΝΤ1) Η ΓΗ ΤΗΣ ΕΛΙΑΣ (2021-2026 Mega).
Πολιτική
Η Μάρω Κοντού υπήρξε βουλευτής στην Α΄ Περιφέρεια Αθηνών, με το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας από τις 29 Ιουλίου 1999, μέχρι και τον Απρίλιο του 2000, ενώ ορκίστηκε για τρίτη φορά στο βουλευτικό θώκο τον Ιανουάριο του 2007, ως πρώτη επιλαχούσα των εκλογών του 2004. Στις βουλευτικές εκλογές του 2007 έλαβε την 12η θέση ανάμεσα στους υποψηφίους της Νέας Δημοκρατίας στην Α' Αθηνών και δεν εξελέγη.
Διετέλεσε ακόμα δημοτική σύμβουλος στον Δήμο Αθηναίων, την περίοδο 1994 - 2002 επί δημαρχίας Δημήτρη Αβραμόπουλου, ενώ υπήρξε πρόεδρος του Δημοτικού Ραδιοφωνικού Σταθμού Αθήνα 9.84 (1995 - 2002), και δύο χρόνια πρόεδρος του κέντρου βρεφών «ΜΗΤΕΡΑ» (2004 - 2006).
Προσωπική ζωή
Η αγαπημένη ηθοποιός έπειτα από πέντε χρόνια σχέσης με τον διευθυντή φωτογραφίας Αριστείδη Καρύδη- Φουκς, ανέβηκε μαζί του το 1960 τα σκαλιά της εκκλησίας, ενώ δύο χρόνια αργότερα χώρισαν. Όπως έχει εξομολογηθεί σε συνεντεύξεις της, ο άνδρας αυτός υπήρξε ο μεγάλος έρωτας της ζωής της.
Το 1975 και σε ηλικία 41 αποφάσισε να παντρευτεί για δεύτερη φορά, με τον διαφημιστή Γιώργο Δόξα και η σχέση αυτή έληξε σύντομα.
«Ο έρωτας είναι ωραία πράγμα. Τον έχω ζήσει, τον έχω ευχαριστηθεί, έχω κλάψει, έχω γελάσει, έχω περάσει ωραία, έχουν κλάψει, έχω κυνηγήσει και με έχουν κυνηγήσει. Δε νομίζω ότι ερωτευόμαστε πολλές φορές στη ζωή μας. Κι αν ερωτευτείς δύο, άντε τρεις, δεν είναι ίδιο πράγμα, είναι άλλο το νεανικό. Το νεανικό είναι τυφλό, ερωτεύεσαι γιατί το έχεις ανάγκη. Άλλος έρωτας είναι στη μέση ηλικία, 40 με 55. Ο τελευταίος έρωτάς μου ήταν 67 ετών. Από τότε δεν έχω ερωτευτεί ξανά και ούτε θέλω. Τα έχω ζήσει όλα» είχε δηλώσει στην συνέντευξη που είχε παραχωρήσει στη Νίκη Λυμπεράκη.