Το Voicemails for Isabelle ξεκινά σαν ρομαντική κομεντί αλλά γρήγορα μπαίνει στα χωράφια του horror. Στην καρδιά της βρίσκεται η σχέση δύο αδελφών, της Jill και της Izzy, που λειτουργεί σαν ο άξονας της ταινίας. Η Izzy ζει με κυστική ίνωση και περνά μεγάλο μέρος της ζωής της ανάμεσα στο σπίτι και το νοσοκομείο. Η Jill επιλέγει να ζει δίπλα της με υπερβολή και ένταση βλέποντας τον πόνο και σαν να προσπαθεί να μεταφέρει τις εμπειρίες και τα συναισθήματα στην αδελφή της.
Η αδελφική σχέση ως συναισθηματικός πυρήνας της ταινίας
Αυτή η συναισθηματική ανταλλαγή δεν είναι απλώς μια έξυπνη ιδέα. Είναι ο τρόπος με τον οποίο η ταινία μιλά για την απώλεια πριν καν αυτή συμβεί. Όταν η Izzy πεθαίνει, η Jill δεν σταματά να ζει έντονα, αλλά χάνει το σημείο αναφοράς της.
Οι φωνητικές σημειώσεις που αφήνει στην αδελφή της γίνονται ένα είδος τελετουργίας πένθους: μια προσπάθεια να συνεχίσει τον διάλογο, ακόμα κι αν δεν υπάρχει δυνατότητα απάντησης. Η ταινία εδώ ακουμπά κάτι πολύ αναγνωρίσιμο, αυτή τη σύγχρονη μορφή «επικοινωνίας με τον απόντα», όπου το κινητό γίνεται εργαλείο σχέσης και όχι απλώς επικοινωνίας.
Από αυτό το συναισθηματικό υπόβαθρο γεννιέται και η δεύτερη ιστορία αγάπης. Ο Wes είναι ένας επιτυχημένος κτηματομεσίτης, γοητευτικός αλλά και ηθικά αμφιλεγόμενος, που κινείται με άνεση ανάμεσα στον κυνισμό και την ανάγκη για σύνδεση. Η γνωριμία του με τη Jill, μέσα από τις ηχογραφημένες της εξομολογήσεις, δημιουργεί μια αμήχανη ισορροπία. Από τη μία υπάρχει η έλξη, από την άλλη όμως υπάρχει ένα σαφές ερώτημα: πόσο ρομαντική μπορεί να θεωρηθεί μια σχέση που ξεκινά από την παρακολούθηση της θλίψης κάποιου άλλου;
Όταν το ρομάντζο ακουμπά τα όρια της εμμονής
Εδώ η ταινία πατά πάνω σε μια ευρύτερη συζήτηση της σύγχρονης ποπ κουλτούρας: το πού τελειώνει η ρομαντική εμμονή και πού αρχίζει κάτι πιο παρεμβατικό; Ο Wes κινείται σε αυτή την γκρίζα ζώνη χωρίς να την αναγνωρίζει πλήρως, και η ταινία παίζει με αυτή την αμφισημία. Δεν τον μετατρέπει ποτέ σε «κακό», αλλά ούτε και του χαρίζει εύκολη συγχώρεση. Το αποτέλεσμα είναι μια σχέση που άλλοτε μοιάζει με ρομαντική φαντασίωση και άλλοτε με κάτι που θα μπορούσε να διαβαστεί πολύ πιο ανησυχητικά.
Η Leah McKendrick δείχνει να γνωρίζει πολύ καλά αυτή τη λεπτή γραμμή. Υπάρχει μια διάθεση αυτοαναφορικότητας, σχεδόν ειρωνική, σαν η ίδια η ταινία να σχολιάζει τον εαυτό της την ώρα που συμβαίνει. Οι αναφορές σε σύγχρονους όρους σχέσεων, οι λεπτομέρειες της καθημερινότητας, η μουσική επένδυση με γνώριμα ποπ κομμάτια και η έντονα «στημένη» αισθητική δίνουν στην ταινία μια γυαλισμένη, σχεδόν ινστανγκραμική εκδοχή της ρομαντικής κομεντί.
Κι όμως, αυτή η υπερ-επεξεργασμένη επιφάνεια λειτουργεί και ως περιορισμός. Η ταινία θυμίζει τις μεγάλες ρομαντικές ιστορίες, αλλά μένει εγκλωβισμένη ανάμεσα στη νοσταλγία και στον σχολιασμό της νοσταλγίας. Θέλει να σε συγκινήσει, αλλά και να σου υπενθυμίσει ότι αυτό που βλέπεις είναι λίγο προβληματικό.
Όχι μια καλογυαλισμένη κομεντί
Παρόλα αυτά, εκεί που η ταινία βρίσκει πραγματικά τον ρυθμό της είναι στη σχέση της απώλειας με την ανάγκη για επαφή. Οι φωνές της Jill, τα μηνύματα που δεν θα απαντηθούν ποτέ, η αίσθηση ότι η αγάπη συνεχίζεται με μια μονόπλευρη μορφή επικοινωνίας, δίνουν στην ιστορία ένα υπόγειο συναισθηματικό βάρος που ξεπερνά τις συμβάσεις του είδους. Δεν είναι τόσο μια ιστορία για το αν θα καταλήξουν μαζί οι πρωταγωνιστές, αλλά για το πώς μαθαίνει κανείς να μιλά, όταν ο άλλος συνομιλητής έχει χαθεί.
Συμπερασματικά, το Voicemails for Isabelle είναι μια ρομαντική κομεντί που ξέρει ακριβώς τι είναι, αλλά δεν αποφασίζει ποτέ πλήρως τι θέλει να γίνει. Μέσα σε αυτή την αντίφαση κρύβεται και η πιο ενδιαφέρουσα της ιδέα: ότι έρωτας, απώλεια και εμμονή μπορούν να συνυπάρχουν στη ζωή, και μάλιστα στο ίδιο κεφάλαιο.