Ο Ξένος του Albert Camus είναι ένα σπουδαίο μυθιστόρημα και η ταινία του François Ozon, αφήνει την ίδια βασική αίσθηση: ένα μυαλό αποστασιοποιημένο σε ακραίο βαθμό, σε ένα σώμα που κινείται μέσα στον κόσμο χωρίς να εμπλέκεται συναισθηματικά μαζί του. Ο ήρωας, ο Μερσώ, δεν είναι απλώς ένας άντρας χωρίς συναισθήματα.
Είναι κάτι πιο ανησυχητικό: ένας άνθρωπος που αρνείται να «παίξει» τον ρόλο του όπως απαιτεί η κοινωνία. Και αυτό, στην οθόνη, γίνεται σχεδόν βίαιο από μόνο του.
Κάτω από έναν καυτό ήλιο
Ο Ozon στήνει την ιστορία στην Αλγερία της αποικιοκρατίας με μια εικόνα τόσο όμορφη που μοιάζει σχεδόν παραπλανητική. Το ασπρόμαυρο της φωτογραφίας, λουσμένο σε εκτυφλωτικό φως, κάνει το Αλγέρι να μοιάζει με τουριστική καρτ-ποστάλ περασμένων δεκαετιών. Η θάλασσα, τα ηλιοκαμένα σώματα, τα ιδρωμένα πρόσωπα έρχονται σε αντίθεση με την «ασχήμια» του Μερσώ. Η αποικιοκρατική καθημερινότητα δεν σχολιάζεται κυριολεκτικά, αλλά υπάρχει σε κάθε δευτερόλεπτο της ταινίας ως υπόβαθρο.
Ο Μερσώ του Benjamin Voisin δεν δικαιολογεί τις πράξεις του, γιατί δεν πιστεύει ότι πρέπει να δικαιολογήσει κάτι. Η μητέρα του πεθαίνει και εκείνος αρνείται το τελετουργικό του πένθους. Δεν προσποιείται. Δεν συγκινείται. Και αυτή η άρνηση, που στο χαρτί του Camus είχε σχεδόν φιλοσοφική καθαρότητα, στην ταινία γίνεται κάτι πιο δύστροπο: μια συμπεριφορά που οι άλλοι δεν μπορούν να αποκωδικοποιήσουν και τη θεωρούν επικίνδυνη. Το δικαστήριο δεν τον δικάζει μόνο για έναν φόνο, αλλά για την αδυναμία του να συμμετέχει σε ένα συλλογικό «θέατρο».
Το κενό του Μερσώ
Γύρω του κινούνται χαρακτήρες που μοιάζουν να προσπαθούν απεγνωσμένα να τον τραβήξουν σε ένα κοινωνικό σύνολο που εκείνος απορρίπτει χωρίς καν να το ονομάζει. Ο γείτονας που κακοποιεί τον σκύλο του, ο φίλος με τη βίαιη ζωή, η γυναίκα που θέλει να τον παντρευτεί και ταυτόχρονα αμφιβάλλει για την ψυχρότητά του. Όλοι ζητούν μια αντίδραση, μια ένδειξη ότι υπάρχει «κάτι μέσα του». Ο Μερσώ όμως μένει ατάραχος, προκλητικά αδιάφορος.
Η ταινία κορυφώνεται όχι με τον φόνο όσο με το κενό πριν από αυτόν. Η στιγμή στην παραλία, κάτω από τον ανελέητο ήλιο, δεν παρουσιάζεται σαν κλασικό έγκλημα με κίνητρο. Είναι περισσότερο μια ανορθογραφία σε μια παράδοξη πραγματικότητα. Το όπλο, το φως πάνω στο μαχαίρι, η ένταση του καλοκαιριού, όλα συνωμοτούν σε μια πράξη που δεν ζητά εξήγηση.
Αυτό που κατά τα φαινόμενα προκαλεί το ενδιαφέρον του Ozon είναι το πώς αυτή η αδιαφορία αποκτά πολιτικό βάρος μέσα στο αποικιοκρατικό πλαίσιο. Το θύμα δεν μένει ανώνυμο όπως στο βιβλίο· αποκτά όνομα, ιστορία, παρουσία. Και έτσι η «ουδετερότητα» του Μερσώ αρχίζει να ραγίζει. Είναι ένας λευκός Ευρωπαίος μέσα σε ένα σύστημα όπου η ζωή των άλλων έχει ήδη υποτιμηθεί πριν καν φτάσει στο δικαστήριο.
Ο Ozon προσθέτει μικρές, σχεδόν υπόγειες «διορθώσεις» στο αρχικό υλικό. Μια πιο ανάλαφρη ειρωνεία, στιγμές που ακουμπάνε σε παράδοξο χιούμορ, ακόμα και μια αδιόρατη ερωτική ένταση που δεν υπήρχε στο κείμενο του Camus. Αυτές οι λεπτομέρειες δεν υποβαθμίζουν τη φιλοσοφία της ιστορίας, αλλά τη μεταφέρουν σε έναν πιο σύγχρονο χώρο και χρόνο.
Μια ταινία που «ματαιοπονεί»
Και ο Ozon πιστώνεται και μια εξαιρετική ιδέα: Όσο πιο πολύ η ταινία πλησιάζει τον άνθρωπο Μερσώ, τόσο πιο πολύ εκείνος απομακρύνεται. Βλέμματα, κινήσεις, παύσεις. Και μέσα από αυτό το κενό, αρχίζει να διαμορφώνεται κάτι σαν αντανάκλαση. Δεν κοιτάς εκείνον αλλά τη δική σου ανάγκη να τον ερμηνεύσεις.
Στο τέλος, μένει ο ήλιος. Εκείνος ο ίδιος ήλιος που καίει από την αρχή την οθόνη, που δεν σταματά να φωτίζει τίποτα και να αποκαλύπτει τα πάντα ταυτόχρονα. Και ο Μερσώ, εμφανίζεται περισσότερο ως σύμπτωμα παρά ως χαρακτήρας. Ίσως γιατί, στον κόσμο του Camus και του Ozon, δεν υπάρχει τίποτα να μάθεις. Υπάρχει μόνο το κενό…