Ένοχος ο Φιλιππίδης: Ποιες είναι οι γυναίκες που σήμερα δικαιώθηκαν
Μία απόφαση «κεραυνός» ενάντια στην κουλτούρα του «μη μιλάς», «μην μπλέκεις», «μη χαλάς τις ισορροπίες».
Θέμα της ημέρας είναι η απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών, που έκρινε τον Πέτρο Φιλιππίδη ένοχο για δύο απόπειρες βιασμού. Μια απόφαση που δεν γυρίζει τον χρόνο πίσω, αλλά ανοίγει επιτέλους ρωγμές στον τοίχο της συνενοχής.
Δεν είναι εύκολο να σταθείς απέναντι στην εξουσία, πολύ περισσότερο όταν η εξουσία φορά το προσωπείο του «αγαπημένου ηθοποιού», του «μεγάλου καλλιτέχνη», του «ανθρώπου του θεάτρου». Κι όμως, δύο γυναίκες το έκαναν. Κατήγγειλαν τον Πέτρο Φιλιππίδη για απόπειρες βιασμού, χωρίς φωνές, χωρίς δηλώσεις, χωρίς πρόσωπα. Επέλεξαν την ανωνυμία. Όχι γιατί ντράπηκαν. Όχι γιατί φοβήθηκαν. Αλλά γιατί γνώριζαν καλά πώς λειτουργεί η κοινή γνώμη και ο δημόσιος διάλογος σε αυτή τη χώρα: αν έβγαιναν επώνυμα, θα ήταν εκείνες στο εδώλιο της καχυποψίας.
(* Καλό είναι εδώ να επισημάνουμε πως η φωτογραφία που συνοδεύει το άρθρο με τις Λένα Δροσάκη, Πηνελόπη Αναστασοπούλου και Άννα Μαρία Παπαχαραλάμπους δεν έχει κάποια σχέση με τις δύο καταγγέλλουσες, οι οποίες και παρέμειναν ανώνυμες κατά τη διάρκεια ολόκληρης της διαδικασίας).
Μία πράξη θάρρους
Η ανωνυμία τους ήταν πράξη θάρρους, όχι συγκάλυψη. Ήταν ένας τρόπος να προστατεύσουν την ουσία της καταγγελίας τους από τη διαστροφή της δημοσιότητας. Δεν ήθελαν να τους πουν ότι «το κάνουν για τα φώτα», ότι «ψάχνουν προβολή». Ήθελαν μόνο να μιλήσουν, να ακουστούν, να μπει ένα τέλος. Και με την απόφαση του Εφετείου που κρίνει τον Φιλιππίδη ένοχο, κατάφεραν κάτι μεγαλύτερο απ’ όσο φαντάζονταν: να ανοίξουν ρωγμές σε έναν χώρο που για χρόνια μύριζε σιωπή, φόβο και συνενοχή.
Οι γυναίκες που μίλησαν, επώνυμα ή ανώνυμα, δεν είναι σύμβολα. Είναι άνθρωποι που πλήρωσαν μεγάλο τίμημα για να φτάσει η υπόθεση στο δικαστήριο. Και, σε μια χώρα που η λέξη «δικαιοσύνη» πολλές φορές κακοποιείται όσο και οι άνθρωποι που τη ζητούν, αυτό έχει αξία.
Ο χώρος του θεάτρου δεν είναι άμοιρος ευθυνών. Για χρόνια λειτούργησε σαν σιωπηλό φρούριο που προστάτευε τους ισχυρούς του – με κουλτούρα «μη μιλάς», «μην μπλέκεις», «μη χαλάς τις ισορροπίες». Οι καταγγελίες κατά του Φιλιππίδη δεν έπεσαν σαν κεραυνός εν αιθρία. Ήταν η θρυαλλίδα που περίμενε να πυροδοτηθεί. Και όταν τελικά το έκανε, ξεκίνησε ένας καθυστερημένος αλλά αναγκαίος σεισμός.
Η απάντηση στο «γιατί τώρα;»
Η κοινωνία, όπως συνήθως, δίχασε. Κάποιοι στάθηκαν δίπλα στις γυναίκες, άλλοι έσπευσαν να μειώσουν τη σημασία της δίκης. «Γιατί τώρα;» ρώτησαν. «Πού ήταν τόσα χρόνια;» αμφισβήτησαν. Κανείς όμως δεν αναρωτήθηκε γιατί έπρεπε να περιμένουν τόσο πολύ. Η απάντηση είναι απλή: γιατί το σύστημα έκανε τα πάντα για να τις φιμώσει.
Η καταδίκη Φιλιππίδη, έστω και αν για κάποιους δεν είναι αρκετή, δεν παύει να είναι ιστορική. Δείχνει ότι πλέον οι θύτες, όσο προβεβλημένοι κι αν είναι, μπορούν να λογοδοτήσουν. Ότι οι φωνές, ακόμη και ανώνυμες, έχουν δύναμη. Ότι η Δικαιοσύνη μπορεί, έστω με αργά βήματα, να διαχωρίσει τον ρόλο από τον άνθρωπο.
Ο κόσμος του θεάτρου έχει μπροστά του μια ευθύνη: να καθαρίσει το σπίτι του. Όχι με δηλώσεις, όχι με διαχωρισμούς ευθυνών, αλλά με πράξεις. Με μηδενική ανοχή. Με θάρρος. Με αναγνώριση των τραυμάτων που χρόνια κουκουλώνονταν πίσω από τη σκηνή.
Γιατί κάθε φορά που μια γυναίκα σωπαίνει, ένα σύστημα εξουσίας επιβιώνει. Και κάθε φορά που μια καταγγελία αμφισβητείται, ένας θύτης δικαιώνεται σιωπηρά.
Η καταδίκη του Φιλιππίδη είναι ένα βήμα. Μικρό, αλλά αποφασιστικό. Και αν μη τι άλλο, ένα μήνυμα: πως το τσιμέντο της σιωπής μπορεί να ραγίσει.