Νέοι διάλογοι σοκ της κρητικής μαφίας - Στρατηγός: «Ο χοντρός εψόφησε ... στην τουαλέτα»
Οι τηλεφωνικοί διάλογοι που αποκαλύπτουν το παρασκήνιο μιας εγκληματικής οργάνωσης με ναρκωτικά, όπλα και δίκτυα σε όλη την Κρήτη
Η αποκάλυψη μιας δικογραφίας–μαμούθ από την Υποδιεύθυνση Δίωξης και Εξιχνίασης Εγκλημάτων Χανίων έφερε στο φως ένα εγκληματικό δίκτυο που δρούσε για χρόνια στην Κρήτη. Περισσότεροι από 80 κατηγορούμενοι, ανάμεσά τους και γνωστά ονόματα με βαρύ παρελθόν, εμφανίζονται να συγκροτούν μια δομή με χαρακτηριστικά «μαφίας»: ιεραρχία, ρόλους, κωδικοποιημένη γλώσσα, σκληρή ορολογία και συνεχή αναζήτηση κέρδους μέσα από τη διακίνηση ναρκωτικών και οπλισμού.
Ήδη μετά από διάταξη της Αρχής για το Ξέπλυμα Μαύρου Χρήματος, δεσμεύονται όλοι οι τραπεζικοί λογαριασμοί και τα περιουσιακά στοιχεία των εμπλεκομένωνστην υπόθεση της εγκληματικής οργάνωσης της Κρήτης.
Οι τηλεφωνικές συνομιλίες που καταγράφηκαν κατόπιν άρσης απορρήτου δεν αφήνουν αμφιβολία. Η ωμότητα, η αμεσότητα και η κρητική ντοπιολαλιά τους ξεσκεπάζουν ένα κόσμο όπου οι άνθρωποι αναλώνονται σαν «εργάτες» που «ψοφούν», ενώ οι «δουλειές» συνεχίζονται. Στην καρδιά αυτών των διαλόγων ξεχωρίζει μια φιγούρα: ο «Στρατηγός».
Ο «Στρατηγός» σε ρόλο αρχηγού
Το ψευδώνυμο «Στρατηγός» δεν είναι τυχαίο. Σύμφωνα με τη δικογραφία, πρόκειται για τον Ιωάννη Μπεχλιβανάκη, ήδη έγκλειστο σε σωφρονιστικό κατάστημα, που φέρεται να συνέχιζε να κινεί τα νήματα. Οι συνομιλίες του με συνεργάτες, όπως ο «Αντρέας», αποκαλύπτουν τον τρόπο που διοικούσε: με χιούμορ, οργή, αλλά και πλήρη επίγνωση ότι το δίκτυο πρέπει να λειτουργεί ανεξάρτητα από τις απώλειες.
Η συνομιλία που κατέγραψε ο κοριός είναι ενδεικτική:
Στρατηγός: Ήντα κάμεις μωρέ; Σα να μου φαίνεται ότι αργείς.
Αντρέας: Έχουμε πρόβλημα... Μας επήρανε δυο ανθρώπους που δεν είχαν χαρτιά
Στρατηγός: Ααα, γ@μ@σέ τα Αντρίκο... Κατά τα άλλα;
Αντρέας: Δόξα τω Θεώ, παλεύουμε σιγά-σιγά.
Η συζήτηση θυμίζει συνάντηση παλιών φίλων. Μόνο που το «πρόβλημα» δεν είναι απλά δύο εργάτες χωρίς χαρτιά, αλλά άνθρωποι που χάνονται στο περιθώριο της παρανομίας.
Τα «πλακάκια» και η κωδικοποιημένη γλώσσα
Στο επίκεντρο βρίσκεται η λέξη–κλειδί: «πλακάκια». Δεν πρόκειται για οικοδομικό υλικό αλλά για ναρκωτικά. Ο διάλογος συνεχίζεται με τον Στρατηγό να ρωτά για τις «πωλήσεις» και τον Αντρέα να παραδέχεται ότι δεν έχει «ανθρώπους να πουλήσουν τα πλακάκια».
Η ορολογία αυτή δεν είναι καινούρια. Από τα παλιά χρόνια, οι εγκληματικές ομάδες στην Κρήτη χρησιμοποιούσαν κωδικές λέξεις: το «χορτάρι» για την κάνναβη, το «άσπρο» για την κοκαΐνη, ακόμα και το «ψωμί» για τη ρευστότητα. Το «πλακάκι» έρχεται να προστεθεί στο λεξιλόγιο, δείχνοντας και την ανάγκη τους να αποφύγουν την άμεση ονομασία των ουσιών.
Αντρέας: Δεν έχω ανθρώπους να πουλήσουμε τα πλακάκια...
Στρατηγός: Ναι ε... και τι θα κάνω εγώ που μου ψοφήσανε οι εργάτες;
Η κυνικότητα των λέξεων είναι αποκαλυπτική. Οι συνεργάτες αντιμετωπίζονται σαν αναλώσιμοι. Ο ένας «ψόφησε στη τουαλέτα», ο άλλος «έσπασε το πόδι και είναι άχρηστος».
«Εψόφησε στη τουαλέτα»
Η πιο ωμή στιγμή του διαλόγου είναι όταν ο Στρατηγός ανακοινώνει τον θάνατο ενός συνεργάτη:
Στρατηγός: Ο χοντρός εψόφησε εδά... στη τουαλέτα μέσα πήγε, έκανε καμία θρύμπα και τον εβρήκανε ξεντομένο.
Η χυδαιότητα της περιγραφής δείχνει πώς η ανθρώπινη ζωή έχει μηδενική αξία. Δεν υπάρχει συναίσθημα, μόνο οργή που χάθηκε «εργάτης» από το δίκτυο. Ο Αντρέας απαντά με περιφρόνηση: «Τι μαλάκας ήτανε ρε... μια ζωή».
Η κυνική αυτή ανταλλαγή αναδεικνύει την απόσταση που έχουν οι πρωταγωνιστές από την κοινωνία. Ζουν σε ένα δικό τους παράλληλο κόσμο, όπου οι θάνατοι είναι απλώς «ζημιές» στη γραμμή παραγωγής.
Αναζήτηση «νέων ανθρώπων»
Παρά τις απώλειες, η οργάνωση δεν σταματά. Ο Στρατηγός ζητά από τον Αντρέα να βρει «κάποιον» πρόθυμο να κάνει τη δουλειά για λίγα χρήματα παραπάνω.
Στρατηγός: Να του δώσουμε κανα δυο κατοστάρικα... να μας κάνει μια δουλειά
Αντρέας: Θες να ρωτήξω εγώ εδώ που είμαι; Σε δέκα λεπτά μπορώ να το βρω
Η πρόχειρη στρατολόγηση ανθρώπων δείχνει και τον τρόπο που η οργάνωση απλωνόταν στην κοινωνία. Η φτώχεια, η ανεργία και η απελπισία γίνονταν το έδαφος για να βρουν «εργάτες». Ένα χαρτζιλίκι αρκούσε για να μπλέξει κάποιος σε μια υπόθεση με βαριές ποινικές συνέπειες.
Ένα δίκτυο με πολλές «οικογένειες»
Η δικογραφία δεν περιορίζεται στον Στρατηγό και τον Αντρέα. Αναφέρει δεκάδες ακόμη ονόματα: τον «Αυστραλό», τον «Μικρό», την «Άτζελα», αλλά και ολόκληρες οικογένειες, όπως των Αναστασοπούλων. Κάθε ομάδα είχε ρόλους: άλλοι διακινούσαν ναρκωτικά, άλλοι αναλάμβαναν οπλισμό, άλλοι παρείχαν κάλυψη.
Η πολυδιάσπαση αυτή θυμίζει τις ιταλικές μαφίες, όπου οικογένειες συνδέονται σε δίκτυο αλλά διατηρούν αυτονομία. Η Κρήτη, με τη γεωγραφική της θέση και τις παραδοσιακές κοινωνικές δομές, αποδεικνύεται πρόσφορο έδαφος για τέτοιες μορφές εγκλήματος.
Εμπλοκή αστυνομικού
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει η αναφορά σε αστυνομικό, ο οποίος κατηγορείται για υποβοήθηση εγκληματικής οργάνωσης και παραβίαση υπηρεσιακού απορρήτου. Με το παρατσούκλι «Γκόμενα» ή «Κοπέλα», φέρεται να έδινε πληροφορίες στο δίκτυο, επιβεβαιώνοντας για άλλη μια φορά ότι οι εγκληματικές οργανώσεις δεν θα μπορούσαν να επιβιώσουν χωρίς «πληροφοριοδότες» μέσα στους θεσμούς.